Στις μεγάλες Κασπίες θάλασσες, εκεί όπου ο ορίζοντας σβήνει μέσα σε μια μεταλλική γαλήνη, τα κυματοειδή βαρυτικά ταξιδεύουν σαν αόρατες ανάσες του κόσμου. Τα νερά δεν κινούνται απλώς· πάλλονται, σαν να θυμούνται μια αρχέγονη πτώση από τον ουρανό. Πάνω από αυτά, μια πτήση διασχίζει τον ουρανό με σταθερότητα σχεδόν τελετουργική, σαν να χαράζει μια πορεία που είχε ήδη ονειρευτεί. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε ουρανό και νερό, γεννιέται μια αίσθηση ότι η κατεύθυνση δεν είναι μόνο γεωγραφία, αλλά επιθυμία. Τζόνυ...
Τετάρτη 15 Απριλίου 2026
Στις Μεγάλες Κασπίες Θάλασσες
Στις μεγάλες Κασπίες θάλασσες, εκεί όπου ο ορίζοντας σβήνει μέσα σε μια μεταλλική γαλήνη, τα κυματοειδή βαρυτικά ταξιδεύουν σαν αόρατες ανάσες του κόσμου. Τα νερά δεν κινούνται απλώς· πάλλονται, σαν να θυμούνται μια αρχέγονη πτώση από τον ουρανό. Πάνω από αυτά, μια πτήση διασχίζει τον ουρανό με σταθερότητα σχεδόν τελετουργική, σαν να χαράζει μια πορεία που είχε ήδη ονειρευτεί. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε ουρανό και νερό, γεννιέται μια αίσθηση ότι η κατεύθυνση δεν είναι μόνο γεωγραφία, αλλά επιθυμία. Τζόνυ...
Δευτέρα 13 Απριλίου 2026
ThalassoR
Κάποτε, όταν ο ήλιος ακόμη ήταν φωτεινή υπόσχεση πάνω από τις στέγες των πόλεων, κι οι άνθρωποι πίστευαν πως είχαν χαρτογραφήσει τα πάντα, άρχισαν να φαίνονται καμπύλες στις τροχιές.
Τα αντικείμενα πέρα από τον Ποσειδώνα οι
Παγοσκιές, τα Τροχιδοθραύσματα, οι Κραυγοτενείς (ναι, τον 2012 VP113 εννοώ) φέρονταν παράξενα, σαν να τα τραβούσε μια βουβή βαρύτητα.
Κάπου, κάποιος ήξερε:
Υπάρχει κάτι εκεί έξω.
Ένας αργοκίνητος, ενάρετος, σχεδόν αδιόρατος
πλανήτης, που βυθιζόταν στην τροχιά του όπως μια βαριά σκέψη σε παλιό όνειρο.
Και τότε βρέθηκε αυτή:
Η Αέλια Φυγόκεντρος.
Δεν ήταν ακριβώς άνθρωπος πια. Το σώμα της
περιείχε αναπνευστικά απολιθώματα γήινων εποχών, υγρό μνήμης στα μαλλιά, και
δέρμα που έπαιζε μουσική με τη θερμοκρασία.
Γεννήθηκε στη Δεύτερη Σελήνη της Τρίτης
Απουσίας, αλλά τη φώναζαν ακόμα "κόρη της Γης" γιατί
ονειρευόταν μουσαμάδες βεράντας και μυρωδιές από γιασεμί.
Η αποστολή της;
Να μετοικήσει στον Πλανήτη 9.
Να φέρει το πρώτο συναίσθημα.
Να ιδρύσει το Μουσείο του Ανείπωτου.
Να φυτέψει φωνές σε παγωμένο έδαφος.
Της έδωσαν μόνο ένα σακίδιο μνήμης 14ης γενιάς.
Μέσα έβαλε:
- Ένα κουτί γεμάτο ανέκδοτα βαρυτικής οξύτητας.
- Έναν δέντρο-σπόρο που ανθίζει όταν τον κοιτάς με απορία.
- Μια φωτογραφία του ήλιου όπως φαινόταν το 2021: "τότε που όλοι
κοιτούσαν κάτω, κι εκείνος ήταν ακόμα εκεί".
- Ένα ζευγάρι βαρυποδήλατα (παπούτσια με πίεση που προσαρμόζεται σε κάθε
νέο πεδίο).
- Κι ένα γυάλινο μπουκάλι που περιείχε την πρώτη της σύγχυση το
αγαπημένο της συναίσθημα.
Οι αστρονόμοι τον λένε "Πλανήτη 9".
Η ίδια τον φωνάζει:
Αργό Νόημα...
MK
Παρασκευή 10 Απριλίου 2026
Δευτέρα 6 Απριλίου 2026
Στην Αφρική δεν Mετράς τον Xρόνο, τον Aισθάνεσαι...
Καθώς διασχίζεις τη γη της σαβάνας, αρχίζεις να βλέπεις αλλιώς. Το σαφάρι δεν είναι περιήγηση· είναι στάση ζωής. Είναι η σιωπή πριν την κίνηση, η παρατήρηση πριν την πράξη, ο σεβασμός πριν την παρουσία. Μαθαίνεις να κοιτάς χωρίς να παρεμβαίνεις, να υπάρχεις χωρίς να διαταράσσεις.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στο φως και τη σκόνη, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν είσαι στο κέντρο, είσαι μέρος. Και ύστερα έρχεται κάτι βαθύτερο.
Όχι σαν υποχρέωση, αλλά σαν εσωτερικό κάλεσμα. Η έννοια της ιεραποστολής δεν εμφανίζεται εδώ ως διδασκαλία, αλλά ως προσφορά. Όχι για να αλλάξεις τον κόσμο, αλλά για να σταθείς μέσα του με ταπεινότητα.
Να δώσεις χωρίς θόρυβο, να αγγίξεις χωρίς να επιβληθείς. Είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις ότι η ουσία δεν βρίσκεται σε αυτό που φέρνεις μαζί σου, αλλά σε αυτό που αφήνεις πίσω σου, ένα βλέμμα, μια πράξη, μια παρουσία. Και όταν φύγεις, δεν θα πάρεις μόνο εικόνες.
Θα πάρεις μια άλλη οπτική.
Σαν να είδες, έστω για λίγο, μέσα από τα μάτια των θεών.
MK
Κυριακή 5 Απριλίου 2026
Η Βιογραφία της Μαλαγουζιά
*Βιομηχανική Ποίηση (Industrial Poetry)
Ψιλόραγη Μαλαγουζιά
Με φόρεμα σατέν, στα χρυσαφί των παραμυθιών
Του μύθου Σταχτοπούτα,
Άρωμα Γυναίκας
Aρχοντικής
και δίκαιας, γιομάτης μυστικά και έρεβα πάθη
Ηλιόλουστη Κληματίδα,
Σε κύπελλα λεμόνι γίνεσαι, σε κύπελλα χρυσή
Κείτεσαι γραμμικά
Αμφίπλευρο κορδόνι Ρουαγιά, σαν χίλιες και μια
νύχτες,
Με άνθη και ροδάκινα και με μελένιες νότες
Αγιόκλημα, κηρήθρα και βερίκοκο
Μοσχοβολάς,
Ο Όμηρος ταξιδευτής, σ’ ορμήνεψε κι εσένα
Σε θάλασσα «οἶνοψ πόντος»
Κηλίδα ήλιου, στο Άξιον Εστί του ποιητή,
Ανταύγειες κρόκου μεθυστικού
Η έξη των ηθών του Έρωτα
Του Άλλου, του Όλου Άλλου,
Δεν σπάζει ο αμφορέας σου, μα χτίζεται
Στην ευκρασία της θάλασσας του Αιγαίου
Της Ελιάς και της Αμπέλου,
Κρυστάλλινο το Εγκώμιον
Κρασί!
Αν θέλουμε να ζήσουμε και να βλέπουμε τον Ηλιο! **
**(Λέοντος, Γ.Νύσσης, Όταν το κρασί γίνεται
πάγος)
Ode to Wine, Pablo Neruda
Has wine
ever been more sensual and sexual than this? “ …the line of your hip/becomes
the brimming curve/of the wine goblet,/your breast is the grape cluster,/your
nipples are the grapes,/the gleam of spirits lights your hair,/and your navel
is a chaste seal/stamped on the vessel of your belly,/your love an inexhaustible/cascade
of wine,…”
MK.
Σάββατο 4 Απριλίου 2026
O Hodge απολαμβάνει την Εικασία του σε Πορσελάνη
την αγγίζεις μόνο με το νου, γιατί κάθε της επιφάνεια αντανακλά μια γεωμετρία που δεν ανήκει πλήρως ούτε στον κόσμο ούτε στο όνειρο. Οι προβολικές αλγεβρικές κλάσεις μοιάζουν με θραύσματα παλιών χαρτών· ρητοί γραμμικοί συνδυασμοί, κομμάτια μνήμης που επιμένουν να έχουν σχήμα, να έχουν νόημα, σαν να αντιστέκονται στη λήθη.
Και τότε βρίσκεσαι να δειπνείς ξανά στο θεώρημα του παπαγάλου, όχι ως καλεσμένος αλλά ως παρατηρητής μιας αόρατης συμμετρίας. Ο κύριος Ρυς σερβίρει το σπέσιαλ ριζότο του, και κάθε κόκκος ρυζιού είναι σαν μικρό αξίωμα απλό, αλλά απαραίτητο για να κρατηθεί όρθιο το σύμπαν της αφήγησης. Κάπου ανάμεσα στις μπουκιές, ακούς έναν παπαγάλο να επαναλαμβάνει αριθμούς, όχι μηχανικά αλλά σαν προσευχή.
Κάνεις τον γύρο του κόσμου χωρίς να μετακινηθείς. Όχι στα ταξίδια του μαρμάρου, όπου τα αγάλματα κουβαλούν τη σιωπή των αιώνων. Όχι με τον Φιλέα Φογκ και το άγχος του χρόνου. Το δικό σου ταξίδι είναι εσωτερικό, ένας χάρτης που διπλώνεται και ξεδιπλώνεται μέσα σου.
Λες ναι στον Ζαν Κοκτώ, εκεί όπου η ποίηση γίνεται καθρέφτης και οι φράκτες από ιβίσκους φυλάνε μυστικά αντί για σύνορα. Οι αχθοφόροι τους αποκαλούν λουλούδια των παπουτσιών και δεν είναι μόνο το άλικο χρώμα· είναι γιατί αφήνουν ίχνη. Όποιος περνά, βάφεται λίγο από την επιθυμία τους.
Λες ναι και στη γκέισα Μιστανγκέτ, μια φιγούρα που δεν ανήκει σε έναν τόπο αλλά σε μια ατμόσφαιρα. Το θρυλικό της μασάζ δεν είναι τεχνική· είναι μια τέχνη αποσυμπίεσης του χρόνου. Μαθαίνεις σιγά σιγά, όχι με τα χέρια αλλά με την αναπνοή, πώς να χαλαρώνεις τις ρωγμές της μνήμης.
Και καθώς ανατρέχεις σε ημερομηνίες, αυτές αρχίζουν να λιώνουν σαν μελάνι στο νερό. Βυθίζεσαι στην μπανιέρα σου, κι εκεί, ανάμεσα σε ατμούς και σιωπές, σκέφτεσαι τη συνοικία του έρωτα στο Ταμανόι όχι ως τόπο, αλλά ως κατάσταση. Έναν χώρο όπου οι επιθυμίες δεν λέγονται δυνατά, αλλά κυκλοφορούν σαν υδρατμοί, αγγίζουν το δέρμα και χάνονται.
Και ίσως τελικά, όλα αυτά, η εικασία, το δείπνο, τα ταξίδια, τα λουλούδια, να είναι απλώς διαφορετικοί τρόποι να πλησιάσεις κάτι που δεν αποδεικνύεται, αλλά μόνο βιώνεται.
MK.
Πέμπτη 2 Απριλίου 2026
Κοιτώντας τον Άθω ένα Βράδυ
Μέσα από τη θάλασσα,
Στα λίγα μέτρα από την ακτή,
Απόλυτη σιγή…
Η νύχτα έχασε την αίγλη της, δεν είναι αρχαία
Υπό την έννοια
Της πρώτης μέρας και της πρώτης νύχτας της Δημιουργίας.
Στον Άθω όμως εξακολουθεί να υπάρχει η Νύχτα.
Σε κάθε γωνιά του κόσμου, με συγκεντρωμένους τόσους ανθρώπους, η νύχτα, χρόνο με το χρόνο, χάνει κομμάτια του εαυτού της από το βασίλειό της.
Παλαιότερα, κάθε που η υδρόγειος σφαίρα εγείρονταν, ας πούμε ανατολικά,
η μέρα κέρδιζε ένα βήμα που το έχανε αμέσως πίσω της, καθώς το παραχωρούσε στο σκοτάδι.
Σήμερα όμως, όλο και περισσότερο φως, άσπρο, κρύο, ανεπαίσθητο, θαρρείς, σβήνει την προαιώνια διαχωριστική γραμμή.
Το λυκόφως από το λυκαυγές έχει μια σχετική διαφορά που όμως τείνει να εκλείψει.
Η νύχτα πέρασε στις χώρες της Δύσης και της Ορθόδοξης Ανατολής πάντα με λίγους, ελάχιστους φθόγγους, όπως όλες οι μεγάλες θεμελιακές έννοιες της ύπαρξης.
Στον Άθω αδειάζεις την κούραση.
Αν είσαι μέσα του,
είναι μοναδικό.
Αν τον βλέπεις σε απόσταση αναπνοής,
ίσως εξίσου.
Τότε, Νύχτα, νότια του Όρους,
σε παράλληλα στρώματα επαφής,
βλέπεις τις χαράδρες του βουνού να γεμίζουν σκοτάδι και τα αστέρια να βοηθάνε στην ιστορήση της κορυφογραμμής,
...αλλά και σε όλο το πλάτος του πελάγους μέχρι την Πόλη.
Μπορεί κάποιος μάλιστα να δει… μέχρι και τη σιωπή.
Επειδή, αν το διανοητικό επίπεδο ενός ανθρώπου είναι αντιστρόφως ανάλογο της ποσότητας των θορύβων που προκαλεί, τότε τα μπαλκόνια του Άθω, όχι μόνο τα μεγαλοπρεπή της Σιμωνόπετρας αλλά και τα πιο ταπεινά στον Πύργο του Μυλοποτάμου, βρίσκονται σε δυσθεώρητα ύψη σοφίας.
Τη Νύχτα, ακόμα και την πιο σκοτεινή, ακόμη και με τα μάτια μισόκλειστα, μπορείς να δεις όλα εκείνα τα θαύματα του Όρους και του πελάγους, που την ημέρα τα τσακίζει το φως της Άσπρης θάλασσας.
Στα σκληρά βράχια, μπορείς να ξεχωρίσεις το μικροσκοπικό αρχιτεκτόνημα του κοχυλιού να επιβιώνει κάνοντας τις δικές του υπέροχες σκέψεις, χωρίς να χάνει τίποτα από τη δύναμη και την ομορφιά του, ακόμα και όταν λιώνει υπό το βαρύ ποδοπάτημα των Αγαρηνών…
Μπορείς πάντα τη νύχτα να κοιτάξεις κατάματα όλα τα αγρίμια, όλα τα πουλιά και όλες τις μικρές σαύρες που γεννήθηκαν αμέτρητα χιλιάδες χρόνια πριν, πριν τον… Κατακλυσμό, και τα πηγάδια των ματιών τους έχουν μεγαλύτερο βάθος από τα νερά στον Κάβο Φονιά, όπου μπορείς να υπολογίσεις με ακρίβεια και τις ηλικίες όλων των αστέρων.
Και στο πέλαγος, ανάμεσα σε Λήμνο και Σαμοθράκη, ακολουθείς το καράβι του Δαιμονογιάννη, που ήταν Γιάννες και Μονογιάννες όταν ξεκίνησε από τη Μαύρη Θάλασσα, που την ονόμασε Εύξεινη για να την καλοπιάσει τη μισάνθρωπη.
Θα γίνει λοιπόν Ευδαιμονογιάννης όταν θα φτάσει ικανόπλοος και θαλαττουργός στα νερά της Μονεμβασιάς και τα σωθικά του θα γλυκάνουν,
Καθώς ψηλά στο βράχο θα κοιτά την παραμυθητική μαρτυρία της Αγίας Σοφίας.
Τη νύχτα στο Άγιο Όρος, μπορείς ξεκάθαρα να δεις να καταφθάνει από την πατρίδα των Ιβήρων, η ατελείωτη μελωδία, για να συναντήσει το νεύμα των κυμάτων.
Να στηριχθεί στις χαμηλές, βαριές φωνές των Σέρβων και των Βουλγάρων, να υποφέρουν τον σχεδόν θανατηφόρο συναισθηματισμό της Ρωσικής αρμονίας που κατακλύζει την οικουμένη ολάκερη
Όταν δοξολογεί την Μπογκορόντιτσα.
Ενίοτε όμως θα δεις όλες τις φωνές, κάθε μία με το δικό της χρώμα:
Το βαθύ κόκκινο, το χρυσάφι, το λαμπερό γαλάζιο, το φωτεινό κίτρινο, να συνυφαίνονται τελετουργικά το τόξο που θα φανεί στη νεφέλη, σημείο διαθήκης, και το τόξο αυτό
Ακουμπώντας τις δύο του άκρες στο σκοτάδι της θάλασσας και στο σκοτάδι του βουνού, χαμηλώνει ταπεινά για να περπατήσει πάνω του ανάλαφρα το Τεριρέμ του Σιμωνοπετρίτη μοναχού.
Η τράπεζα λιτή:
Κόκκινο κρασί και λαχανικά,
Σκορπισμένο το απόδειπνο.
Τα νυσταγμένα κυκλάμινα αντιλαμβάνονται την Πορταΐτισσα,
Καθώς βαίνει νοερά προς τη θάλασσα.
Στο Όρος βασιλεύει η σιωπή,
νύχτα και μέρα.
Τη νύχτα ίσως περισσότερο.
……………….
Για την Φιλοξενία,
ΜΚ.
Τετάρτη 1 Απριλίου 2026
Η Μνήμη της Σαχάρας Σπέρνει τους Παγετώνες
Κι ακόμα λείπουν πολλές στεριές από τους χάρτες.
Οι θαλασσοπόροι σχεδίασαν τη Γη,
αχανής, ήρεμη θάλασσα, Ειρηνικός,
στα νέφη του Μαγγελάνο.
Το σκίτσο του τοπίου και ο χάρτης μετρούν γεωμετρίες,
κι εμείς αφήνουμε τον κόσμο να γυρνά γύρω από τον εαυτό του.
Ίσως για να τον ανακαλύψουμε, πρέπει να τον δούμε ανάποδα.
Όλα είναι ανατομία:
το πέρασμα από το ορατό στο αόρατο,
αντισυμμετρίες κρυστάλλων,
δεξιόστροφες, αριστερόστροφες,
χάραγμα και στροφή, παλμός και σιωπή.
Κι εκεί, στη λεπτή ισορροπία του κόσμου,
η Γη ανοίγει τα μυστικά της σαν χάρτης που δεν τελειώνει ποτέ.
MK.
Τρίτη 31 Μαρτίου 2026
Συνάντησα τον Σαρλό...
Το μελάνι λιγόστεψε...Η θάλασσα πληθαίνει...
Στο λεξικό ιστιοπλοΐας (Dictionnaire de la marine à voile), Παρίσι 1987, το μάτι πέφτει σε έναν ορίζοντα που μοιάζει σαν να φλέγεται, με ένα φως που σε ορισμένα σημεία δείχνει να κοχλάζει, σαν να εκτοξεύονται στον αέρα δέσμες φωτιάς.
Γράφεται
ότι αυτό είναι το Βόρειο Σέλας, ένα φωτεινό φαινόμενο ορατό στις ζώνες
κοντά στους πόλους.
Στους
τροπικούς, ωστόσο, το φως γίνεται αγέρας: μόνιμοι άνεμοι που πνέουν διαρκώς από
τα ανατολικά προς τα δυτικά.
Είναι οι αληγείς άνεμοι.
Συνάντησα
τον Σαρλό πάνω σε ένα πλοίο, σε ρότα κοντά στην Αφρική.
Ένα ταξίδι θαυμάτων. Σαν αυτά που αναζητάμε και είναι πάντα μέσα μας.
Στην άκρη του καταστρώματος έγραφα τα δικά μου ημερολόγια.
Η
Αφρική πάντα μετέδιδε με τρόπο θαυμαστό τη σοφία.
Και αυτήν ακριβώς την εικόνα εξέπεμπε ο Σαρλό. Και το ήξερε.
Αστερόσκονη
παντού εκείνο το βράδυ.
Έμενα
ξάγρυπνη και ακολουθούσα τις γραμμές των αστεριών. Ίσως γιατί παιδί φοβόμουν το
σκοτάδι· δεν κοιμόμουν εύκολα, περίμενα εκείνο το λυτρωτικό φως που τρύπωνε το
πρωί από τις χαραμάδες ένα φως τρυφερό, δυνατό, που δρούσε σαν βάλσαμο στις
ταραγμένες ατραπούς της ψυχής.
Ήταν
ένα περίεργο συναίσθημα. Δεν περίμενα ο Charlie Chaplin να είναι τόσο
μελαγχολικός. Έβγαζε μια απίστευτη μοναξιά.
Είχε
όμορφες μπούκλες που άνθιζαν στο πρόσωπό του.
Επηρεασμένη από το «σύνδρομο κομμωτηρίου», υπερχορδές και p-βράνες, σισύφειο
έργο ωσάν να συνδυαστεί η σχετικότητα του Albert Einstein με την άθροιση
ιστοριών του Richard Feynman, σε μια πλήρη ενοποιημένη θεωρία.
Που
θα μας εξηγεί όλα εκείνα τα ψηλά και αμέτρητα του ουρανού που έβλεπα εκείνο το
βράδυ.
Το πιο λαμπερό απ’ όλα εκεί πάνω είναι ο Βέγας της Λύρας.
Αλνιτάκ, Αλνιλάμ, Μιντάκα, στον τελαμώνα του Ωρίωνα.
Θυμήθηκα,
καθώς κοιτούσα μέσα στα σκοτεινά μάτια του Σαρλό, τον Lee Smolin.
Ο συγγραφέας του «κινήματος με τις μπούκλες» κατορθώνει να μας δείξει, χωρίς
στείρα αντιπαράθεση και στρυφνά μαθηματικά, ποιες είναι οι χορδές και ποιοι οι
βόστρυχοι.
Όλοι
μας, τελικώς, νησιά στην ίδια θάλασσα μα όμοιοι στα βάθη της.
Του
μιλώ στα γαλλικά και δείχνει να μην καταλαβαίνει. Αλλά αυτό είναι άσχετο. Έχει
μάθει να μιλά με τη γλώσσα του σώματος.
Ταξιδευτές
και οι δύο, σε πορείες ζωής έξω από τη Μαύρη Ήπειρο, σε πορεία γαζέλας.
«Ξέρεις»,
μου είπε, «αν κάτι μου αρέσει εδώ είναι οι γυμνοί πολεμιστές, οι πιστοί
υπηρέτες, οι μάντεις και οι μάγοι εκείνοι οι αρχαίοι σοφοί. Όλοι άντρες σε
μεγαλοπρεπή απομόνωση».
Ο
Τσάπλιν είχε πει κάποτε ότι ονειρευόταν να γυρίσει τη σκηνή της Σταύρωσης μέσα
σε μια χορογραφία όπου κανείς δεν τη βλέπει.
Η
ζωή του χαμινιού των μεγαλουπόλεων.
Στα
17 του πρωταγωνίστησε στον θίασο «Κέισι Κορτ», παρωδώντας τους επώνυμους της
εποχής.
Στην αυτοβιογραφία του «Η ζωή μου με εικόνες» (1975), ο ίδιος συνδέει
τις θεατρικές παραστάσεις με τα κόμικς και μιλά για τον χαρακτήρα που
ενσάρκωνε, τον Μπίλι Μπαγκς, αρχηγό μιας αγέλης μικρών ταραξιών.
Αναπόλησα
τον Paul Gauguin, στην προσπάθειά μου να κάνω μια έκπληξη στον Σαρλό, ο
οποίος πέρασε μήνες ως φιλοξενούμενος του αγαπημένου μου Vincent van Gogh στην
Arles το φθινόπωρο του 1888.
Μιλούσε
για τα παπούτσια του Βαν Γκογκ για το κόκκινο του καδμίου, για το
κίτρινο πινέλο, για έναν Χριστό που αγαπούσε τους φτωχούς.
Ο
Βαν Γκογκ ζωγράφιζε παπούτσια απομονωμένα σύμβολα πεζοπορίας, ζωής ως
προσκυνήματος.
Κοιτώ
τον Σαρλό.
Ένας μύθος μπροστά μου, με ασθένεια τη μοναξιά.
Βρίσκω το θάρρος και του το λέω.
Με
κοιτά σχεδόν εκτυφλωτικά με απορία παιδιού.
«Μια
ολόκληρη ζωή στους δρόμους… έλιωσα παπούτσια ατελείωτα. Ταυτίστηκα με την
κλωτσιά στα οπίσθια… Ω, τι αισθητική… νιώθω ένα αίσθημα κατωτερότητας», μου
είπε.
«Τότε
γιατί το κάνεις;» τον ρώτησα.
Σιώπησε.
Κοίταξε τη θάλασσα.
«Ξέρεις…
κάποτε είπαν πως ζούσε ένα τριαντάφυλλο…
Αν δεν ανοίξω, θα μαραθώ…»
Κι
ύστερα, ο ουρανός.
Εκατομμύρια αστέρια που, σαν τσακίζονται, ξαναγεννιούνται.
Ένας
κλόουν ανάμεσα στη ζωή και το σανίδι.
Θυμάμαι
τον «Αλήτη» του 1915 τα τεράστια παπούτσια, το μπαστούνι, το μουστάκι.
Όλοι
μιλούσαν για έναν τύπο: λίγο αλήτη, λίγο τζέντλεμαν, ποιητή, ονειροπόλο,
μοναχικό, πάντα αισιόδοξο.
Όλοι
μας είμαστε ένας Σαρλό.
Με
παλιά και καινούρια παπούτσια που αντέχουν.
Στο
πλοίο για Γουαδελούπη υπήρχε και μια γάτα.
Λίγο «βλαμμένη», αλλά δεν πειράζει.
Πάντα δίπλα μου.
Επικίνδυνο παιχνίδι αγνοεί πως κάποιοι λατρεύουν τη γάτα στιφάδο.
Και
πίσω απ’ όλα η απέραντη μοναξιά.
Του
προσφέρω ένα δώρο.
Το
ανοίγει αργά και χαμογελά.
«Τα
παπούτσια του Βαν Γκογκ…»
Τα
παπούτσια ως κομμάτι του εαυτού.
Η
μητέρα του μια γυναίκα ανήσυχη, ακόμα και στον θάνατο.
Απέναντί
μας, στο ασήμι της σελήνης, το Table Mountain.
Στα
βάθη των θαλασσών, ένα ανεξήγητο φως τρεμοσβήνει.
Ίσως πνοή θεού. Ίσως θερμική ακτινοβολία.
«Να
πάμε μια μέρα για πικνίκ εκεί πάνω», μου είπε.
Μοχάμεντ
Ματάρ
Υδάτινα
πλάσματα,
κεντημένα πραότητα,
στήνουν γεφύρια
στην οικουμένη.
Μαγεμένα
τα αηδόνια.
Η
γραφή συνεχίζεται.
Εκτυλίσσεται…
Μ.Κ
Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026
Η Παγκόσμια Οικονομία σε Κλιμακτήριο...
Ο François Simiand μετρά σιωπηλά τα φαινόμενα, ο Nikolai Kondratiev διακρίνει τα μακρά κύματα,
και ο Joseph Schumpeter ακούει μέσα τους
τον παλμό της δημιουργικής καταστροφής. Κι εσύ ξεκινάς νωρίτερα, πριν από τα
διαγράμματα, πριν από τις καμπύλες με ένα ταξίδι.
Το
1806, ο Home Riggs Popham διαπλέει τον
Ατλαντικό εν καιρώ πολέμου και φτάνει στο Buenos
Aires. Δεν είναι απλώς μια κατάληψη· είναι ένα άνοιγμα. Ένα ρήγμα μέσα
στην Βιομηχανική Επανάσταση που ζητά
αγορές. Τα βρετανικά υφάσματα ξετυλίγονται με τη γιάρδα, διασχίζουν ωκεανούς,
περνούν από το Σουέζ, αγγίζουν νέες ηπείρους. Οι πελάτες πολλαπλασιάζονται και
οι καλύτεροι πελάτες είναι οι ίδιοι οι βιομηχανικοί ανταγωνιστές. Η κατανάλωση
αλλάζει πρόσωπο. Ο κόσμος μαθαίνει να θέλει.
Η ύλη
μετασχηματίζεται. Η κρέμα διαχωρίζεται από το γάλα. Το περουβιανό γκουάνο
θρέφει τα χωράφια μιας πείνας που δεν φαίνεται. Το σιτάρι γίνεται ζωοτροφή για
πρώτη φορά ο άνθρωπος τρέφει τα ζώα του με τη δική του αφθονία. Κινεί τα
νήματα, στήνει περιφράξεις, οργανώνει τη γη και την εργασία.
Και
όμως καθώς καταπολεμά την κρίση, την γεννά. Η απουσία απόδειξης δεν είναι
απόδειξη απουσίας. Η οικονομία δεν ησυχάζει· πάλλεται.
Ο
σίδηρος γίνεται δείκτης. Βαρύς, ακριβής, αδιάψευστος. Μετουσιώνει ανθρώπους σε
εργαλεία, κοινωνίες σε μηχανές. Σφυρηλατείται και υψώνεται, θυμίζοντας τα μάτια
των Ινδών πεταλωτών που δοκιμάζουν το μέταλλο λυγίζοντάς το στο μέτωπό τους. Μα
ο χάλυβας είναι ανώτερος. Πιο σκληρός, πιο ανθεκτικός, πιο κοφτερός.
Οι
καμίνες ανάβουν, το Bessemer process και
το Siemens-Martin process μετατρέπουν την
ύλη σε δύναμη. Όξινες και βασικές ροές, μια μικρή ηφαιστειακή έκρηξη σε κάθε
χύτευση. Μια μικρή κόλαση που γεννά τον σύγχρονο κόσμο.
Κι η
εικόνα μένει, θολωτοί χώροι, λάμψη καμίνων, πυρακτωμένες ράβδοι·
δάπεδα σαν ηφαιστειακή ζούγκλα, μηχανές που ξεφυσούν·
σωροί σιδήρου, αμόνια και τανάλιες·
εκκωφαντικός θόρυβος, καυτή ζέστη σπορά θανάτου και ζωής μαζί.
Η
αποδοτικότητα προάγει την αποδοτικότητα. Κάθε βελτίωση γεννά την επόμενη. Κάθε
κορύφωση προετοιμάζει την πτώση. Έτσι κινούνται τα κύματα του Nikolai Kondratiev, έτσι αναπνέει η σκέψη του Joseph Schumpeter.
Και
από μακριά, σε ένα ημιλογαριθμικό διάγραμμα, όλα αυτά μοιάζουν με καμπύλες καμπύλες
σαν μαραμένα λουλούδια.
Μα
από κοντά, είναι φωτιά. Είναι σίδηρος. Είναι άνθρωπος.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...
ΜΚ.




