Μέσα από τη θάλασσα,
Στα λίγα μέτρα από την ακτή,
Απόλυτη σιγή…
Η νύχτα έχασε την αίγλη της, δεν είναι αρχαία
Υπό την έννοια
Της πρώτης μέρας και της πρώτης νύχτας της Δημιουργίας.
Στον Άθω όμως εξακολουθεί να υπάρχει η Νύχτα.
Σε κάθε γωνιά του κόσμου, με συγκεντρωμένους τόσους ανθρώπους, η νύχτα, χρόνο με το χρόνο, χάνει κομμάτια του εαυτού της από το βασίλειό της.
Παλαιότερα, κάθε που η υδρόγειος σφαίρα εγείρονταν, ας πούμε ανατολικά,
η μέρα κέρδιζε ένα βήμα που το έχανε αμέσως πίσω της, καθώς το παραχωρούσε στο σκοτάδι.
Σήμερα όμως, όλο και περισσότερο φως, άσπρο, κρύο, ανεπαίσθητο, θαρρείς, σβήνει την προαιώνια διαχωριστική γραμμή.
Το λυκόφως από το λυκαυγές έχει μια σχετική διαφορά που όμως τείνει να εκλείψει.
Η νύχτα πέρασε στις χώρες της Δύσης και της Ορθόδοξης Ανατολής πάντα με λίγους, ελάχιστους φθόγγους, όπως όλες οι μεγάλες θεμελιακές έννοιες της ύπαρξης.
Στον Άθω αδειάζεις την κούραση.
Αν είσαι μέσα του,
είναι μοναδικό.
Αν τον βλέπεις σε απόσταση αναπνοής,
ίσως εξίσου.
Τότε, Νύχτα, νότια του Όρους,
σε παράλληλα στρώματα επαφής,
βλέπεις τις χαράδρες του βουνού να γεμίζουν σκοτάδι και τα αστέρια να βοηθάνε στην ιστορήση της κορυφογραμμής,
...αλλά και σε όλο το πλάτος του πελάγους μέχρι την Πόλη.
Μπορεί κάποιος μάλιστα να δει… μέχρι και τη σιωπή.
Επειδή, αν το διανοητικό επίπεδο ενός ανθρώπου είναι αντιστρόφως ανάλογο της ποσότητας των θορύβων που προκαλεί, τότε τα μπαλκόνια του Άθω, όχι μόνο τα μεγαλοπρεπή της Σιμωνόπετρας αλλά και τα πιο ταπεινά στον Πύργο του Μυλοποτάμου, βρίσκονται σε δυσθεώρητα ύψη σοφίας.
Τη Νύχτα, ακόμα και την πιο σκοτεινή, ακόμη και με τα μάτια μισόκλειστα, μπορείς να δεις όλα εκείνα τα θαύματα του Όρους και του πελάγους, που την ημέρα τα τσακίζει το φως της Άσπρης θάλασσας.
Στα σκληρά βράχια, μπορείς να ξεχωρίσεις το μικροσκοπικό αρχιτεκτόνημα του κοχυλιού να επιβιώνει κάνοντας τις δικές του υπέροχες σκέψεις, χωρίς να χάνει τίποτα από τη δύναμη και την ομορφιά του, ακόμα και όταν λιώνει υπό το βαρύ ποδοπάτημα των Αγαρηνών…
Μπορείς πάντα τη νύχτα να κοιτάξεις κατάματα όλα τα αγρίμια, όλα τα πουλιά και όλες τις μικρές σαύρες που γεννήθηκαν αμέτρητα χιλιάδες χρόνια πριν, πριν τον… Κατακλυσμό, και τα πηγάδια των ματιών τους έχουν μεγαλύτερο βάθος από τα νερά στον Κάβο Φονιά, όπου μπορείς να υπολογίσεις με ακρίβεια και τις ηλικίες όλων των αστέρων.
Και στο πέλαγος, ανάμεσα σε Λήμνο και Σαμοθράκη, ακολουθείς το καράβι του Δαιμονογιάννη, που ήταν Γιάννες και Μονογιάννες όταν ξεκίνησε από τη Μαύρη Θάλασσα, που την ονόμασε Εύξεινη για να την καλοπιάσει τη μισάνθρωπη.
Θα γίνει λοιπόν Ευδαιμονογιάννης όταν θα φτάσει ικανόπλοος και θαλαττουργός στα νερά της Μονεμβασιάς και τα σωθικά του θα γλυκάνουν,
Καθώς ψηλά στο βράχο θα κοιτά την παραμυθητική μαρτυρία της Αγίας Σοφίας.
Τη νύχτα στο Άγιο Όρος, μπορείς ξεκάθαρα να δεις να καταφθάνει από την πατρίδα των Ιβήρων, η ατελείωτη μελωδία, για να συναντήσει το νεύμα των κυμάτων.
Να στηριχθεί στις χαμηλές, βαριές φωνές των Σέρβων και των Βουλγάρων, να υποφέρουν τον σχεδόν θανατηφόρο συναισθηματισμό της Ρωσικής αρμονίας που κατακλύζει την οικουμένη ολάκερη
Όταν δοξολογεί την Μπογκορόντιτσα.
Ενίοτε όμως θα δεις όλες τις φωνές, κάθε μία με το δικό της χρώμα:
Το βαθύ κόκκινο, το χρυσάφι, το λαμπερό γαλάζιο, το φωτεινό κίτρινο, να συνυφαίνονται τελετουργικά το τόξο που θα φανεί στη νεφέλη, σημείο διαθήκης, και το τόξο αυτό
Ακουμπώντας τις δύο του άκρες στο σκοτάδι της θάλασσας και στο σκοτάδι του βουνού, χαμηλώνει ταπεινά για να περπατήσει πάνω του ανάλαφρα το Τεριρέμ του Σιμωνοπετρίτη μοναχού.
Η τράπεζα λιτή:
Κόκκινο κρασί και λαχανικά,
Σκορπισμένο το απόδειπνο.
Τα νυσταγμένα κυκλάμινα αντιλαμβάνονται την Πορταΐτισσα,
Καθώς βαίνει νοερά προς τη θάλασσα.
Στο Όρος βασιλεύει η σιωπή,
νύχτα και μέρα.
Τη νύχτα ίσως περισσότερο.
……………….
Για την Φιλοξενία,
ΜΚ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου