Υπάρχουν αρχιτέκτονες που αναζητούν την ταυτότητά τους μέσα από τη μορφή και άλλοι που ξεκινούν από ένα διαφορετικό ερώτημα: πώς μπορεί ένα κτίριο να υπάρξει σε αρμονία με τις συνθήκες του τόπου, να αξιοποιήσει τις δυνατότητες της τεχνολογίας και να υπηρετήσει ουσιαστικά τον άνθρωπο; Ο Αλέξανδρος Τομπάζης ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Η αρχιτεκτονική του διαδρομή χαρακτηρίζεται από την επιθυμία να συνδυάσει την τεχνική γνώση με την περιβαλλοντική ευαισθησία και την ελευθερία της δημιουργικής σκέψης, πολύ πριν η ενεργειακή απόδοση και η βιωσιμότητα γίνουν κεντρικά ζητήματα της αρχιτεκτονικής συζήτησης.
Γεννημένος στο Καράτσι
το 1939, ο Τομπάζης έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Ινδία και την
Αγγλία, προτού εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Σπούδασε στην Αρχιτεκτονική Σχολή του
Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, από όπου αποφοίτησε με άριστα το 1962. Ακολούθησε
μια σύντομη περίοδος διδασκαλίας στο Πολυτεχνείο και συνεργασίας με τον
Κωνσταντίνο Δοξιάδη, κατά την οποία ήρθε σε επαφή με τη μεθοδική διερεύνηση των
σχέσεων ανάμεσα στον άνθρωπο, τον οικισμό και το ευρύτερο περιβάλλον. Το 1963
είχε ήδη ιδρύσει το δικό του γραφείο μελετών, ξεκινώντας μια πορεία που θα
εξελισσόταν σε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα ελληνικά αρχιτεκτονικά γραφεία με
διεθνή παρουσία. Παράλληλα με την αρχιτεκτονική, η ζωγραφική και η φωτογραφία
παρέμειναν σημαντικές πλευρές της δημιουργικής του προσωπικότητας.
Η καθοριστική
κατεύθυνση της σκέψης του διαμορφώθηκε σε μια εποχή κατά την οποία η
αρχιτεκτονική συνδεόταν όλο και περισσότερο με τις νέες τεχνολογίες, ενώ η
αφθονία της ενέργειας θεωρούνταν συχνά δεδομένη. Η πετρελαϊκή κρίση της
δεκαετίας του 1970 ανέδειξε την ευαλωτότητα αυτού του μοντέλου και έθεσε εκ
νέου το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην κατασκευή, την κατανάλωση ενέργειας και
τους φυσικούς πόρους. Για τον Τομπάζη, η κρίση δεν αποτέλεσε απλώς μια τεχνική
πρόκληση, αλλά αφορμή να διερευνήσει διαφορετικούς τρόπους σχεδιασμού. Η ηλιακή
ενέργεια, ο φυσικός φωτισμός, ο προσανατολισμός και η αξιοποίηση των κλιματικών
συνθηκών άρχισαν να εντάσσονται σε μια ενιαία αρχιτεκτονική λογική, στην οποία
το κτίριο δεν θα χρειαζόταν να αντιμάχεται το περιβάλλον του για να εξασφαλίσει
τις συνθήκες άνεσης.
Η πρώτη ουσιαστική
έκφραση αυτής της αναζήτησης ήταν το «Ήλιος 1», μια κατοικία που σχεδιάστηκε το
1977 στην Αιγιάλεια και θεωρείται το πρώτο ηλιακό σπίτι στην Ελλάδα.
Η σημασία του έργου
δεν βρίσκεται μόνο στην αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας, αλλά και στο γεγονός
ότι η ενεργειακή συμπεριφορά αντιμετωπίστηκε ως αναπόσπαστο στοιχείο της
αρχιτεκτονικής σύνθεσης. Η κατοικία έγινε πεδίο δοκιμής μιας διαφορετικής
αντίληψης για την κατοίκηση: οι ενεργειακές ανάγκες δεν καλύπτονται
αποκλειστικά με την προσθήκη μηχανικών συστημάτων, αλλά μπορούν να περιοριστούν
ήδη από τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται ο χώρος και αξιοποιούνται οι φυσικές
συνθήκες. Σε μια εποχή κατά την οποία η οικολογική αρχιτεκτονική δεν είχε ακόμη
αποκτήσει τη σημερινή αναγνώριση, το «Ήλιος 1» αποτέλεσε έμπρακτη απόδειξη ότι
η περιβαλλοντική συνείδηση μπορούσε να μετατραπεί σε αρχιτεκτονική πράξη.
Η αναζήτηση αυτή
διευρύνθηκε με το Ηλιακό Χωριό στην Πεύκη-Λυκόβρυση, ένα έργο μεγαλύτερης
κλίμακας που ανέδειξε τις δυνατότητες εφαρμογής των αρχών του βιοκλιματικού
σχεδιασμού σε ένα οργανωμένο οικιστικό σύνολο. Εδώ το ζητούμενο δεν ήταν πλέον
η ενεργειακή συμπεριφορά μιας μεμονωμένης κατοικίας, αλλά η ένταξη της
περιβαλλοντικής στρατηγικής στον σχεδιασμό ενός ευρύτερου συστήματος
κατοίκησης. Η κλίμακα του έργου επέτρεπε να εξεταστούν οι σχέσεις ανάμεσα στα
κτίρια, τις συνθήκες ηλιασμού, τη χρήση της ενέργειας και την καθημερινή ζωή
των κατοίκων. Το Ηλιακό Χωριό διακρίθηκε με το βραβείο HABITAT II το 1995,
επιβεβαιώνοντας τη σημασία της προσπάθειας και την αναγνώριση που είχε
αποκτήσει η ελληνική εμπειρία στον τομέα της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής.
Η πορεία του Τομπάζη
δεν περιορίστηκε, ωστόσο, σε πειραματικές κατοικίες και ενεργειακά πρότυπα. Το
έργο του περιλαμβάνει συγκροτήματα κατοικιών, κτίρια γραφείων, εκπαιδευτικές
και υγειονομικές εγκαταστάσεις, καθώς και χώρους λατρείας. Στο συγκρότημα κατοικιών
Δίφρος στο Χαλάνδρι, στις Δρυάδες στην Κηφισιά και σε κτίρια γραφείων της
Αθήνας, οι απαιτήσεις της σύγχρονης αστικής ζωής συναντούν την αναζήτηση μιας
αρχιτεκτονικής που οργανώνει τις λειτουργίες της χωρίς να αποκόπτεται από τις
περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνθήκες. Η ποικιλία αυτών των έργων φανερώνει
έναν αρχιτέκτονα που δεν επιδίωξε να επιβάλει σε κάθε περίπτωση την ίδια
μορφολογική λύση. Η σύνθεση προέκυπτε από τις ιδιαιτερότητες του προγράμματος,
τις ανάγκες των χρηστών και τις δυνατότητες του τόπου, με την τεχνολογία να
λειτουργεί ως μέσο και όχι ως αυτοσκοπός.
Μέσα σε αυτή την
πορεία, η Βασιλική της Αγίας Τριάδας στη Φάτιμα της Πορτογαλίας αποτελεί ένα
από τα σημαντικότερα έργα του και μια ξεχωριστή στιγμή της διεθνούς παρουσίας
του. Η βασιλική, που ολοκληρώθηκε το 2007, βρίσκεται σε έναν από τους
σημαντικότερους καθολικούς τόπους προσκυνήματος στον κόσμο. Η αρχιτεκτονική της
κλήθηκε να ανταποκριθεί σε μια ιδιαίτερα απαιτητική συνθήκη: να στεγάσει
μεγάλες συγκεντρώσεις πιστών, να εξασφαλίσει την ορατότητα και τη
λειτουργικότητα ενός εκτεταμένου λατρευτικού χώρου και συγχρόνως να
δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας συλλογικής θρησκευτικής εμπειρίας. Το έργο
διακρίθηκε το 2009 με το Outstanding Structure Award της Διεθνούς Ένωσης
Γεφυρών και Δομικών Κατασκευών (IABSE), για την καινοτομία και την
κατασκευαστική του ποιότητα.
Η σημασία της
βασιλικής για το αρχιτεκτονικό πορτρέτο του Τομπάζη βρίσκεται και στη
δυνατότητα να διακρίνουμε μια άλλη διάσταση της σκέψης του. Η πνευματικότητα
δεν χρειάζεται να εκφράζεται αποκλειστικά μέσα από ιστορικές αναφορές ή την
αναπαραγωγή παραδοσιακών μορφών. Μπορεί να αναδυθεί μέσα από την κλίμακα, την
οργάνωση της συγκέντρωσης, τη σχέση του σώματος με τον χώρο και την αίσθηση
συμμετοχής σε μια κοινότητα. Η αρχιτεκτονική καλείται εδώ να εξυπηρετήσει ταυτόχρονα
μια σαφή λειτουργία και μια εμπειρία που υπερβαίνει την καθημερινότητα.
Πρόκειται για διαφορετικό σχεδιαστικό πεδίο από εκείνο της βιοκλιματικής
κατοικίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εγκαταλείπεται η βασική αρχή της
συνολικής θεώρησης του έργου και των συνθηκών μέσα στις οποίες αυτό λειτουργεί.
Αυτή η ευρύτητα
χαρακτηρίζει και τη συνολική επαγγελματική του στάση. Το γραφείο του συμμετείχε
σε περισσότερους από εκατό αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, αποσπώντας πολυάριθμες
διακρίσεις, ενώ ο ίδιος τιμήθηκε για τη συμβολή του στη βιοκλιματική
αρχιτεκτονική και την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Το 1991
εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 5η Διεθνή Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας μαζί
με τον Νίκο Βαλσαμάκη και τους Δημήτρη και Σουζάνα Αντωνακάκη. Η συμμετοχή αυτή
ενέταξε το έργο του σε μια ευρύτερη συζήτηση για την ταυτότητα της σύγχρονης
ελληνικής αρχιτεκτονικής και τις δυνατότητές της να συνομιλεί με τις διεθνείς
εξελίξεις χωρίς να χάνει την ιδιαίτερη οπτική της.
Ο Αλέξανδρος Τομπάζης
πέθανε τον Ιούνιο του 2024, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που εκτείνεται από την
πειραματική κατοικία έως τα μεγάλα δημόσια και θρησκευτικά κτίρια. Η
παρακαταθήκη του δεν εξαντλείται στην πρωτοπορία του βιοκλιματικού σχεδιασμού
ούτε στην τεχνική καινοτομία των κατασκευών του. Βρίσκεται κυρίως στην επιμονή
του να αντιμετωπίζει την αρχιτεκτονική ως σύνθεση πολλών παραγόντων: του
κλίματος, της τεχνολογίας, της λειτουργίας, του πολιτισμού και των ανθρώπινων
αναγκών. Σε μια εποχή κατά την οποία η ενεργειακή κρίση και η κλιματική αλλαγή
καθιστούν αναγκαία την αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο σχεδιάζουμε και
κατοικούμε, το έργο του υπενθυμίζει ότι η βιωσιμότητα δεν είναι μια πρόσθετη
ιδιότητα ενός κτιρίου, αλλά μια αρχή που μπορεί να διαμορφώσει ολόκληρη τη
σχεδιαστική διαδικασία. Η αρχιτεκτονική, όπως αναδεικνύεται μέσα από τη δική του
πορεία, δεν καλείται απλώς να δημιουργήσει μορφές που αντέχουν στον χρόνο, αλλά
να διαμορφώσει ένα ουσιαστικότερο πλαίσιο συνύπαρξης του ανθρώπου με τον κόσμο
που τον περιβάλλει.










