Το μελάνι λιγόστεψε...Η θάλασσα πληθαίνει...
Στο λεξικό ιστιοπλοΐας (Dictionnaire de la marine à voile), Παρίσι 1987, το μάτι πέφτει σε έναν ορίζοντα που μοιάζει σαν να φλέγεται, με ένα φως που σε ορισμένα σημεία δείχνει να κοχλάζει, σαν να εκτοξεύονται στον αέρα δέσμες φωτιάς.
Γράφεται
ότι αυτό είναι το Βόρειο Σέλας, ένα φωτεινό φαινόμενο ορατό στις ζώνες
κοντά στους πόλους.
Στους
τροπικούς, ωστόσο, το φως γίνεται αγέρας: μόνιμοι άνεμοι που πνέουν διαρκώς από
τα ανατολικά προς τα δυτικά.
Είναι οι αληγείς άνεμοι.
Συνάντησα
τον Σαρλό πάνω σε ένα πλοίο, σε ρότα κοντά στην Αφρική.
Ένα ταξίδι θαυμάτων. Σαν αυτά που αναζητάμε και είναι πάντα μέσα μας.
Στην άκρη του καταστρώματος έγραφα τα δικά μου ημερολόγια.
Η
Αφρική πάντα μετέδιδε με τρόπο θαυμαστό τη σοφία.
Και αυτήν ακριβώς την εικόνα εξέπεμπε ο Σαρλό. Και το ήξερε.
Αστερόσκονη
παντού εκείνο το βράδυ.
Έμενα
ξάγρυπνη και ακολουθούσα τις γραμμές των αστεριών. Ίσως γιατί παιδί φοβόμουν το
σκοτάδι· δεν κοιμόμουν εύκολα, περίμενα εκείνο το λυτρωτικό φως που τρύπωνε το
πρωί από τις χαραμάδες ένα φως τρυφερό, δυνατό, που δρούσε σαν βάλσαμο στις
ταραγμένες ατραπούς της ψυχής.
Ήταν
ένα περίεργο συναίσθημα. Δεν περίμενα ο Charlie Chaplin να είναι τόσο
μελαγχολικός. Έβγαζε μια απίστευτη μοναξιά.
Είχε
όμορφες μπούκλες που άνθιζαν στο πρόσωπό του.
Επηρεασμένη από το «σύνδρομο κομμωτηρίου», υπερχορδές και p-βράνες, σισύφειο
έργο ωσάν να συνδυαστεί η σχετικότητα του Albert Einstein με την άθροιση
ιστοριών του Richard Feynman, σε μια πλήρη ενοποιημένη θεωρία.
Που
θα μας εξηγεί όλα εκείνα τα ψηλά και αμέτρητα του ουρανού που έβλεπα εκείνο το
βράδυ.
Το πιο λαμπερό απ’ όλα εκεί πάνω είναι ο Βέγας της Λύρας.
Αλνιτάκ, Αλνιλάμ, Μιντάκα, στον τελαμώνα του Ωρίωνα.
Θυμήθηκα,
καθώς κοιτούσα μέσα στα σκοτεινά μάτια του Σαρλό, τον Lee Smolin.
Ο συγγραφέας του «κινήματος με τις μπούκλες» κατορθώνει να μας δείξει, χωρίς
στείρα αντιπαράθεση και στρυφνά μαθηματικά, ποιες είναι οι χορδές και ποιοι οι
βόστρυχοι.
Όλοι
μας, τελικώς, νησιά στην ίδια θάλασσα μα όμοιοι στα βάθη της.
Του
μιλώ στα γαλλικά και δείχνει να μην καταλαβαίνει. Αλλά αυτό είναι άσχετο. Έχει
μάθει να μιλά με τη γλώσσα του σώματος.
Ταξιδευτές
και οι δύο, σε πορείες ζωής έξω από τη Μαύρη Ήπειρο, σε πορεία γαζέλας.
«Ξέρεις»,
μου είπε, «αν κάτι μου αρέσει εδώ είναι οι γυμνοί πολεμιστές, οι πιστοί
υπηρέτες, οι μάντεις και οι μάγοι εκείνοι οι αρχαίοι σοφοί. Όλοι άντρες σε
μεγαλοπρεπή απομόνωση».
Ο
Τσάπλιν είχε πει κάποτε ότι ονειρευόταν να γυρίσει τη σκηνή της Σταύρωσης μέσα
σε μια χορογραφία όπου κανείς δεν τη βλέπει.
Η
ζωή του χαμινιού των μεγαλουπόλεων.
Στα
17 του πρωταγωνίστησε στον θίασο «Κέισι Κορτ», παρωδώντας τους επώνυμους της
εποχής.
Στην αυτοβιογραφία του «Η ζωή μου με εικόνες» (1975), ο ίδιος συνδέει
τις θεατρικές παραστάσεις με τα κόμικς και μιλά για τον χαρακτήρα που
ενσάρκωνε, τον Μπίλι Μπαγκς, αρχηγό μιας αγέλης μικρών ταραξιών.
Αναπόλησα
τον Paul Gauguin, στην προσπάθειά μου να κάνω μια έκπληξη στον Σαρλό, ο
οποίος πέρασε μήνες ως φιλοξενούμενος του αγαπημένου μου Vincent van Gogh στην
Arles το φθινόπωρο του 1888.
Μιλούσε
για τα παπούτσια του Βαν Γκογκ για το κόκκινο του καδμίου, για το
κίτρινο πινέλο, για έναν Χριστό που αγαπούσε τους φτωχούς.
Ο
Βαν Γκογκ ζωγράφιζε παπούτσια απομονωμένα σύμβολα πεζοπορίας, ζωής ως
προσκυνήματος.
Κοιτώ
τον Σαρλό.
Ένας μύθος μπροστά μου, με ασθένεια τη μοναξιά.
Βρίσκω το θάρρος και του το λέω.
Με
κοιτά σχεδόν εκτυφλωτικά με απορία παιδιού.
«Μια
ολόκληρη ζωή στους δρόμους… έλιωσα παπούτσια ατελείωτα. Ταυτίστηκα με την
κλωτσιά στα οπίσθια… Ω, τι αισθητική… νιώθω ένα αίσθημα κατωτερότητας», μου
είπε.
«Τότε
γιατί το κάνεις;» τον ρώτησα.
Σιώπησε.
Κοίταξε τη θάλασσα.
«Ξέρεις…
κάποτε είπαν πως ζούσε ένα τριαντάφυλλο…
Αν δεν ανοίξω, θα μαραθώ…»
Κι
ύστερα, ο ουρανός.
Εκατομμύρια αστέρια που, σαν τσακίζονται, ξαναγεννιούνται.
Ένας
κλόουν ανάμεσα στη ζωή και το σανίδι.
Θυμάμαι
τον «Αλήτη» του 1915 τα τεράστια παπούτσια, το μπαστούνι, το μουστάκι.
Όλοι
μιλούσαν για έναν τύπο: λίγο αλήτη, λίγο τζέντλεμαν, ποιητή, ονειροπόλο,
μοναχικό, πάντα αισιόδοξο.
Όλοι
μας είμαστε ένας Σαρλό.
Με
παλιά και καινούρια παπούτσια που αντέχουν.
Στο
πλοίο για Γουαδελούπη υπήρχε και μια γάτα.
Λίγο «βλαμμένη», αλλά δεν πειράζει.
Πάντα δίπλα μου.
Επικίνδυνο παιχνίδι αγνοεί πως κάποιοι λατρεύουν τη γάτα στιφάδο.
Και
πίσω απ’ όλα η απέραντη μοναξιά.
Του
προσφέρω ένα δώρο.
Το
ανοίγει αργά και χαμογελά.
«Τα
παπούτσια του Βαν Γκογκ…»
Τα
παπούτσια ως κομμάτι του εαυτού.
Η
μητέρα του μια γυναίκα ανήσυχη, ακόμα και στον θάνατο.
Απέναντί
μας, στο ασήμι της σελήνης, το Table Mountain.
Στα
βάθη των θαλασσών, ένα ανεξήγητο φως τρεμοσβήνει.
Ίσως πνοή θεού. Ίσως θερμική ακτινοβολία.
«Να
πάμε μια μέρα για πικνίκ εκεί πάνω», μου είπε.
Μοχάμεντ
Ματάρ
Υδάτινα
πλάσματα,
κεντημένα πραότητα,
στήνουν γεφύρια
στην οικουμένη.
Μαγεμένα
τα αηδόνια.
Η
γραφή συνεχίζεται.
Εκτυλίσσεται…
Μ.Κ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου