Tuesday, June 14, 2011

Hals in Rijksmuseum Amsterdam

Hals is best known for his portraits, mainly of wealthy citizens, like Pieter van den Broecke and Isaac Massa, whom he painted three times. He also painted large group portraits, many of which showed civil guards. He was a Baroque painter who practiced an intimate realism with a radically free approach. His pictures illustrate the various strata of society; banquets or meetings of officers, sharpshooters, guildsmen, admirals, generals, burgomasters, merchants, lawyers, and clerks, itinerant players and singers, gentlefolk, fishwives and tavern heroes.

In group portraits, such as the Archers of St. Hadrian, Hals captures each character in a different manner. The faces are not idealized and are clearly distinguishable, with their personalities revealed in a variety of poses and facial expressions.

He studied under the painter and historian Karel van Mander (Hals owned some paintings by van Mander that were amongst the items sold to pay his bakery debt in 1652).

Hals was fond of daylight and silvery sheen, while Rembrandt used golden glow effects based upon artificial contrasts of low light in immeasurable gloom. Both men were painters of touch, but of touch on different keys — Rembrandt was the bass, Hals the treble. Hals seized, with rare intuition, a moment in the life of his subjects. What nature displayed in that moment he reproduced thoroughly in a delicate scale of color, and with mastery over every form of expression. He became so clever that exact tone, light and shade, and modeling were obtained with a few marked and fluid strokes of the brush.

Open Minds to Art

Established in 2003 with the aid of a generous grant from the Andrew W. Mellon Foundation, the Research Forum is located at the heart of the Courtauld. The Research Forum offers an extensive programme of lectures, conferences, workshops and seminars supporting advanced inquiry in the history of art, conservation and museum studies.

Committed to inspiring dialogue and collaboration between sections of the Institute, the Research Forum has also created links with a wide range of national and international partners through jointly organised events and through its invitations to visiting professors, curators and conservators. Building contacts among researchers of all generations, the Forum seeks to enrich their experience of art history by facilitating debate and discussion. The Research Forum offers an extensive programme of lectures, conferences, workshops and seminars supporting advanced inquiry in the history of art, conservation and museum studies. Details of the Research Forum’s activities, fellowships and grants can be found by following the links below. You can also subscribe to the Research Forum’s email list by sending an email to researchforum@courtauld.ac.uk.




 

Φιλολογία στο Ταράς Σεβτσένκο

Το Ινστιτούτο Φιλολογίας του Εθνικού Πανεπιστημίου Κιέβου «Ταράς Σεβτσένκο» από κοινού με το Ινστιτούτο της Ουκρανικής Γλώσσας της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών της Ουκρανίας και την Ελληνική Πρεσβεία στην Ουκρανία διοργανώνει Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Η πνευματική κληρονομιά του καθηγητή Α. Ο. Μπιλέτσκυ στο φως των νεώτερων εξελίξεων της επιστημονικής γνώσεως» με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννησή του. Το Συνέδριο θα πραγματοποιηθεί στις 21 Οκτωβρίου 2011.

Στις 20 Μαΐου 1999 στο πλαίσιο του Ινστιτούτου Φιλολογίας του Εθνικού Πανεπιστημίου «Ταράς Σεβτσένκο» του Κιέβου ιδρύθηκε η Έδρα Ελληνικών Σπουδών για την κατάρτιση φιλόλογων-ελληνιστών και διερμηνέων.

Είναι γεγονός ότι στο Πανεπιστήμιο αυτό η εκμάθηση της νέας ελληνικής ως δεύτερης ξένης γλώσσας ξεκίνησε το 1958 από τους επιφανείς ελληνιστές – καθηγητή Ανδρέα Μπιλέτσκυ και υφηγήτρια Τετιάνα Τσερνισόβα στο πλαίσιο της Έδρας Κλασικών Σπουδών. Με την πρωτοβουλία των σπουδαίων αυτών φιλολόγων ξεκίνησε και η μετάφραση έργων των Ελλήνων συγγραφέων στα ουκρανικά και των έργων του Ταράς Σεβτσένκο, της Λέσια Ουκραΐνκα και του Ιβάν Φρανκό στα νέα ελληνικά.

Τώρα οι φοιτητές του Τμήματος Δυτικής Φιλολογίας μαθαίνουν τα νέα ελληνικά ως πρώτη ή δεύτερη ξένη γλώσσα. Η Διευθύντρια της Έδρας είναι καθηγήτρια Νίνα Κλιμένκο, η γλωσσολόγος και ουκρανολόγος που επί πολλά χρόνια μελετά τις ελληνο-ουκρανικές γλωσσικές επαφές, μεταφράζει από τα νέα ελληνικά. Την ελληνική διδάσκουν επίσης ο γλωσσολόγος, συγγραφέας και μεταφραστής καθηγητής Αλέξανδρος Πονομαρίβ, ο υφηγητής Ευγένιος Τσερνούχιν, οι λέκτορες Ιρήνα Τιταρένκο, Ταράς Μπόΐκο, Ανδρέας Σαβένκο και Σβετλάνα Περεπλιότσικοβα.

Οι καθηγητές της Έδρας παραδίδουν τα κάτωθι μαθήματα: πρακτική εξάσκηση, θεωρητική γραμματική, θεωρητική φωνητική, λεξικολογία, υφολογία, συγκριτική γραμματική της νέας ελληνικής και της ουκρανικής γλώσσας, οι αρχές της ειδικότητας, χωρογραφία, επιχειρηματική ορολογία, γνωστικές επιστήμες, συγκριτική λεξικολογία της ουκρανικής και της νέας ελληνικής γλώσσας κ.α.

Οι καθηγητές της Έδρας μελετούν τα εξής θέματα: ελληνο-ουκρανικές γλωσσικές επαφές (καθηγητής Πονομαρίβ Α.Δ.), συγκριτικές έρευνες της ελληνικής και της ουκρανικής γλώσσας, λειτουργική και δομική γραμματική (καθηγήτρια Κλιμένκο Ν.Θ.), θεωρία και πρακτική μετάφρασης (διδάσκοντες Περεπλιότσικοβα Σ.Ε., Σαβένκο Α.Α., Τιταρένκο Ι.Β., Μπόΐκο Τ.Α.). Ο υφηγητής Ευγένιος Τσερνούχιν μελετά τα ελληνικά χειρόγραφα που διατηρούνται στην Εθνική Βιβλιοθήκη «Βλαδίμηρος Βερνάτσκυ» της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών της Ουκρανίας.

greece.kiev.ua

Monday, June 13, 2011

Museum of Nature in Canada

The Canadian Museum of Nature (French: Musée Canadien de la nature) is a natural history museum in Ottawa, Ontario, Canada. Its collections, which were started by the Geological Survey of Canada in 1856, include all aspects of the intersection of human society and nature, from gardening to gene-splicing.The Museum is affiliated with the Canadian Museums Association, the Canadian Heritage Information Network, and the Virtual Museum of Canada.

The building, known as the Victoria Memorial Museum Building, was built in former farm fields known as Appin Place, the estate of the Scottish-born merchant, William Stewart. The neighbourhood became known as Stewarton and residential development started in the area during the 1870s. The government purchased the land in 1905 hoping to develop the site as a sort of 'end piece' to complement the stone structure of the Canadian Parliament Buildings at the opposite end of Metcalfe Street, on Parliament Hill.

Nighttime view of new Queen's Lantern, built where old tower stood. This massive stone structure is an excellent example of early 20th-century architecture in Ottawa, and was built for $1,250,000 by architect David Ewart who is responsible for many similar structures around the city.The construction of the building involved the importing of 300 skilled stone masons from Scotland. The architectural style is sometimes described as Scottish baronial. Ewart was sent to Britain to study the architecture of Hampton Court and Windsor Castle, which greatly influenced his design of this building.

Unfortunately, because of the presence of unstable Leda clay in the geology of the site, a tall tower that was situated at the front of the building had to be taken down in 1915 due to settling and the concern that the foundation could not support the weight. The unstable site forced some workers to stop working, as shifting foundations in the basement shot bricks and stones out from the walls, hitting some construction workers.

A major renovation of all parts of the building began in 2004 and was completed in 2010, including a lighter-weight glass "lantern" taking the place of the tower removed in 1915. For most of the duration of the renovation, parts of the building were still open to the public, but the entire building was closed temporarily on 26 April 2010 for final changes. The newly renovated museum re-opened again on 22 May 2010, and the lantern structure was christened the "Queens' Lantern" in honour of both Elizabeth II, who visited the building on her 2010 royal tour, and Queen Victoria.

The Art of War


Κάθε πόλεμος βασίζεται στο κατά πόσον ο ένας αντίπαλος καταφέρνει να εξαπατήσει τον άλλον με μεγαλύτερη επιτυχία. Η επίδειξη αδυναμίας είναι συχνά ένα μεγάλο όπλο που τις περισσότερες φορές καταφέρνει να παραπλανήσει τους αντιπάλους και να τους κάνει να αισθανθούν υπεροχή. Όσο περισσότερο προσποιούμαστε αδυναμία και υποχωρητική διάθεση τόσο ο αντίπαλος υπερεκτιμά τις ικανότητες και τις επιτυχίες του. Στην πραγματικότητα όμως σιγά - σιγά αποδυναμώνεται και εξαντλείται με αποτέλεσμα., όταν εμείς αντεπιτεθούμε δεν είναι προετοιμασμένος γι' αυτό ούτε και το αναμένει. Η τακτική της εξαπάτησης του αντιπάλου είναι χρέος του πολεμιστή καθώς στον πόλεμο δεν ισχύει καμιά από τις συμβάσεις της ειρήνης.
Είπαν κάποιες φωνές πως η ειρήνη είναι ένα τέχνασμα της πολεμικής στρατηγικής κι ουσιαστικά δεν υπάρχει. Είπαν άλλες φωνές πάλι ότι αν θέλουμε ειρήνη πρέπει να προετοιμαζόμαστε για τον πόλεμο. Ο καλύτερος τρόπος εδραίωσης της ειρήνης είναι η καλή γνώση των πολεμικών τακτικών, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράξενο. Όσο περισσότερο σεβόμαστε εκείνον που έχουμε απέναντί μας, τόσο πιο προσεκτικά τον αντιμετωπίζουμε. Ο σεβασμός στον αντίπαλο είναι το μυστικό κλειδί που καθορίζει τη στάση μας. Η αλαζονεία, που από τους αρχαίους Έλληνες αποκαλέστηκε «ύβρις», επισύρει αργά ή γρήγορα την καταστροφή του αλαζόνα.

Το έργο του κινέζου Σουν Τζου «Η τέχνη του πολέμου», θεωρητικού της στρατηγικής, έχει διαβαστεί από πάρα πολλές γενιές επίδοξων στρατηγών, σύγχρονων μάνατζερς και προπονητών αθλητικών ομάδων. Πρόκειται για ένα δοκίμιο περί της «τέχνης του πολέμου», που δημιουργήθηκε πριν από 2.500 χρόνια κι όμως παραμένει εξαιρετικά σύγχρονο. Σύμφωνα με τους κινέζους ερευνητές που αποκατέστησαν το έργο του Σουν Τζου, τα κείμενα αυτά βρέθηκαν το 1972 σε τάφους που χρονολογούνται γύρω στο 140 - 118 π. Χ. και ήταν γραμμένα πάνω σε λωρίδες από μπαμπού. Σύμφωνα άλλωστε και με τις πρώτες ανακοινώσεις που πραγματοποιήθηκαν, τα αποσπάσματα που βρέθηκαν δεν ανήκαν σε έναν μόνο συγγραφέα. Αναφορά στο αρχαίο αυτό δοκίμιο έγινε από την ελληνική έκδοση του έργου του B. H. Liddell Hart “Stragedy” (ΓΕΣ 1963). Το έργο της αποκατάστασης και ανασύνθεσης του έργου αυτού φαίνεται πως ολοκληρώθηκε το 1991 σε αγγλική έκδοση, σχολιασμένο από το συγγραφέα James Clavell.

Μας ξαφνιάζει ενίοτε η αναφορά στον πόλεμο, μας προβληματίζει πολύ περισσότερο η αναφορά στην τέχνη που μπορεί να τον διέπει. Έχουμε συχνά συνδεδεμένο στο νου μας τον πόλεμο με τον θάνατο, με την καταστροφή που τον διαδέχεται και με τον ανθρώπινο πόνο, που κάθε πόλεμος προκαλεί. Ο πόλεμος είναι εν γένει μια έννοια συνδεδεμένη με την κατάκτηση, με την καταπάτηση δικαιωμάτων των ανθρώπων. Διαβάζουμε στο κείμενο του Σουν Τζου: «Σε όλη την ιστορία δεν υπάρχει περίπτωση μιας χώρας που να ωφελήθηκε από έναν παρατεταμένο πόλεμο». Και πιο κάτω: «Μόνο κάποιος που γνωρίζει τα καταστροφικά αποτελέσματα ενός μακροχρόνιου πολέμου, μπορεί να κατανοήσει τη μεγάλη σπουδαιότητα της γρήγορης λήξης του.»
ΣΟΥΝ ΤΖΟΥ
Η Τέχνη του Πολέμου

Sunday, June 12, 2011

Australia in Literature's Hand

The National Library of Australia is the country's largest reference library. Our role is to ensure that documentary resources of national significance relating to Australia and the Australian people, as well as significant non-Australian library materials, are collected, preserved and made accessible either through the Library itself or through collaborative arrangements with other libraries and information providers.

By offering a strong national focus in all that we do and cooperating with others who share our goals, the Library contributes to the continuing vitality of Australia’s culture and heritage.
http://www.nla.gov.au/
.

Ληστές σε παράφραση...


Ο Ντικ Τάρπιν, "κρυμμένος σε μια σπηλιά στο δάσος του Έπινγκ". Γκραβούρα του J. Smith.

Η μελέτη Bandits του Έρικ Χομπσμπάουμ, που εκδόθηκε το 1969, αποτέλεσε ένα βιβλίο-σταθμό.

Μέσα από τις σελίδες τους μια μεγάλη γκάμα κοινωνικών ληστών και των εξεγερμένων παράνομων προβάλλει ορμητικά στο προσκήνιο της ιστορικής μελέτης (από τους βαλκάνιους χαϊδούκους και τους ινδούς δακοΐτες μέχρι τους μπαντίτι του ιταλικού Νότου, τους μπαντολέρος της Ανδαλουσίας, τους ρώσους ρασμπόινικι, τους συμμορίτες της Κίνας, τους μεξικανούς και τους περουβιανούς παράνομους, τους ληστές των ταξιδιωτών στην Ευρώπη και τους ντεσπεράντος της Άγριας Δύσης, τους αυστραλούς μπουσρέιντζερς, τους βραζιλιάνους κανγκασέιρος και τους απαλλοτριωτές τραπεζών), εγκαινιάζοντας ένα νέο ρεύμα στις ιστορικές σπουδές. Το 2000 κυκλοφορεί η τέταρτη, αναθεωρημένη και επαυξημένη έκδοση του έργου, όπου ο συγγραφέας έχει λάβει υπόψη του τις νεότερες έρευνες αλλά και τις κριτικές που δέχτηκε.

Η νέα αυτή έκδοση κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Αναδημοσιεύουμε σήμερα ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το όγδοο κεφάλαιο του κλασικού αυτού έργου, από τα “Ενθέματα”.

O ληστής πρέπει να διαλέξει αν θα γίνει κακοποιός ή επαναστάτης. Η κοινωνική ληστεία από τη φύση της αμφισβητεί, σε επίπεδο αρχής, την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων της ταξικής κοινωνίας και την πολιτική της λειτουργία, όποιοι και να ‘ναι οι συμβιβασμοί της με αυτά στην πράξη. Στο βαθμό που αποτελεί φαινόμενο κοινωνικής διαμαρτυρίας, μπορεί να θεωρηθεί προάγγελος ή εν δυνάμει υποκινητής της εξέγερσης.

Ως προς αυτό διαφέρει ριζικά από το συνηθισμένο υπόκοσμο του εγκλήματος, απέναντι στον οποίο είχαμε ήδη κάποιες ευκαιρίες να τον αντιπαραβάλλουμε. Ο υπόκοσμος (όπως υποδηλώνει και η ονομασία του) είναι μια αντι-κοινωνία, που υφίσταται αντιστρέφοντας τις αξίες του «φυσιολογικού» κόσμου, κατά τα άλλα όμως παρασιτεί σε βάρος του. Ένας επαναστατικός κόσμος είναι κι αυτός «φυσιολογικός» κόσμος, με εξαίρεση ίσως κάποιες ιδιαίτερα αποκαλυψιακές στιγμές, οπότε ακόμα και οι αντικοινωνικοί κακοποιοί παρουσιάζουν παροξυσμό πατριωτισμού ή επαναστατική έξαψη. Επομένως, για τον αληθινό υπόκοσμο, οι επαναστάσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά ασυνήθιστα καλές ευκαιρίες για εγκλήματα. Δεν υπάρχουν εν­δείξεις ότι ο ιδιαίτερα πλούσιος υπόκοσμος του Παρισιού προ­μήθευσε αγωνιστές ή οπαδούς στις γαλλικές επαναστάσεις του 18ου και του 19ου αιώνα, μολονότι το 1871 οι πόρνες ήταν σα­φώς υπέρ της Κομμούνας: αλλά, ως τάξη, ήταν μάλλον θύματα εκμετάλλευσης παρά εγκληματίες. Οι εγκληματικές συμμορίες που μάστιζαν την ύπαιθρο της Γαλλίας και της Ρηνανίας μετά το 1790 δεν ήταν επαναστατικά φαινόμενα αλλά συμπτώματα κοινωνικής αταξίας. Ο υπόκοσμος μπαίνει στην ιστορία των ε­παναστάσεων μόνο στο βαθμό που οι classes dangereuses ζουν πλάι στις classes laborieuses, ιδιαίτερα σε μερικές συνοικίες της πόλης, και επειδή οι αρχές αντιμετωπίζουν τους εξεγερμένους ως εγκληματίες και παράνομους — σε επίπεδο αρχής, όμως, η διάκριση είναι ξεκάθαρη.

Οι ληστές, από την άλλη, μοιράζονται τις αξίες και τις επι­διώξεις του αγροτικού κόσμου και, σαν παράνομοι και στασια­στές, είναι συνήθως ευαίσθητοι στα επαναστατικά του ξεσπά­σματα. Ως άνθρωποι που έχουν ήδη κερδίσει την ελευθερία τους μπορεί να περιφρονούν συνήθως την αδρανή και παθητική μά­ζα, ακριβώς όμως σε στιγμές επανάστασης αυτή η παθητικότη­τα εξαφανίζεται. Πολυάριθμοι χωρικοί γίνονται, ληστές. Στους ουκρανικούς ξεσηκωμούς του 16ου και 17ου αιώνα, οι αγρότες δήλωναν κοζάκοι. Το 1860-1861 οι αγροτικές αντάρτικες μονά­δες συγκροτήθηκαν γύρω από ληστρικές συμμορίες, και με α­νάλογο τρόπο: οι τοπικοί αρχηγοί συμμοριών τράβηξαν κοντά τους, μαζικά, αποστρατευμένους στρατιώτες των Βουρβώνων, λιποτάχτες, όσους ήθελαν ν’ αποφύγουν τη στρατιωτική θητεία, δραπέτες φυλακών, ανθρώπους που φοβούνταν διώξεις για πράξεις κοινωνικής διαμαρτυρίας κατά τη γαριβαλδινή απε­λευθέρωση, χωρικούς και ορεσίβιους που γύρευαν ελευθερία, εκδίκηση, λάφυρα, ή έναν συνδυασμό όλων αυτών. Όπως η συ­νηθισμένη παράνομη συμμορία, οι μονάδες αυτές προσπάθησαν αρχικά να συγκροτηθούν στα περίχωρα των οικισμών απ’ όπου αντλούσαν τα μέλη τους, να εγκαταστήσουν μια βάση στα κοντινά βουνά ή δάση, και ξεκίνησαν τη δράση τους με ενέργειες που δύσκολα ξεχώριζαν από τις πράξεις των κοινών ληστών. Μόνο που το κοινωνικό πλαίσιο ήταν τώρα διαφορετικό. Στη μειοψηφία των ανυπόταχτων είχε προσχωρήσει τώρα και η πλειοψηφία. Κοντολογίς, για να παραθέσουμε έναν ολλανδό μελετητή της Ινδονησίας, σε τέτοιες στιγμές «η ληστρική συμμορία συσχετίζεται με άλλες ομάδες και εκδηλώνεται με αυτό το προσωπείο, ενώ ομάδες που ξεκίνησαν με πιο έντιμα ιδανικά παίρνουν ληστρικό χαρακτήρα». [...]

Είναι ασυνήθιστο να γίνει η ληστεία επαναστατι­κό κίνημα και να κυριαρχήσει σε αυτό. Όπως έχουμε δει, υπάρχουν τέτοιοι περιορισμοί, και τεχνικοί και ιδεολογικοί, που την κάνουν ακατάλληλη για κάτι παραπάνω από πρόσκαιρες ενέργειες λίγων δεκάδων ενόπλων, και η εσωτερική της οργάνωση δεν προσφέρει κανένα πρότυπο που να μπορεί να γενικευτεί σε ολόκληρη την κοινωνία. Ακόμα και οι κοζάκοι, που ανέπτυξαν αρκετά μεγάλες και δομημένες μόνιμες κοινό­τητες, και πολύ σημαντικές κινητοποιήσεις για τις εκστρατείες τους, πρόσφεραν μόνο ηγέτες και όχι μοντέλα στις μεγάλες α­γροτικές εξεγέρσεις: τις καθοδήγησαν σαν «τσάροι του λαού», όχι σαν αταμάνοι. Η ληστεία είναι λοιπόν πιθανότερο να προ­σχωρήσει σε αγροτικές επαναστάσεις απλώς σαν μια όψη μιας πολύμορφης κινητοποίησης, και έχοντας συνείδηση ότι αποτε­λεί υποδεέστερη μορφή, με εξαίρεση ένα σημείο: προμηθεύει πολεμιστές και πολέμαρχους. Πριν την επανάσταση μπορεί να είναι, για να παραθέσω τα λόγια ενός άξιου ιστορικού της α­γροτικής αναταραχής στην Ινδονησία, «ένα χωνευτήρι απ’ όπου αναδύονται η θρησκευτική αναβίωση από τη μία και η εξέγερση από την άλλη». Όταν ξεσπάει η επανάσταση, οι ληστές μπορεί να σμίξουν με το γενικό χιλιαστικό ξεσηκωμό: «Οι ομάδες των Rampok ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια, και γρήγορα τις ακο­λουθούσαν περιπλανώμενες ομάδες του πληθυσμού, κυριευμέ­νες από την προσδοκία ενός Μαχντί ή της χιλιετίας». (Πρόκει­ται για περιγραφή του γιαβανέζικου κινήματος μετά την ήττα των Γιαπωνέζων στα 1945). Ωστόσο, χωρίς τον αναμενόμενο Μεσσία, το χαρισματικό ηγέτη ή το «δίκαιο βασιλιά» (ή οποι­ονδήποτε που να διεκδικεί το στέμμα του), ή -για να παραμεί­νουμε στο ινδονησιακό παράδειγμα- τους εθνικιστές διανοού­μενους πίσω από τον Σουκάρνο, που προσκολλήθηκαν σ’ αυτό το κίνημα, τέτοια φαινόμενα είναι πιθανότερο να υποχωρήσουν αφήνοντας πίσω τους, το πολύ, κάποιες ενέργειες οπισθοφυλα­κής από ξεκομμένους αντάρτες.

Οι ληστές δυσκολεύονται περισσότερο να αφομοιωθούν σε σύγχρονα κινήματα κοινωνικής και πολιτικής επανάστασης που δε στρέφονται, κατά κύριο λόγο, ενάντια σε ξένους. Όχι πάντως επειδή έχουν μεγαλύτερη δυσκολία να κατανοήσουν, τουλάχιστον καταρχήν, τα συνθήματα για ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, για γη και ελευθερία, για δημοκρατία και κομμουνισμό, αν αυτά διατυπωθούν σε γλώσσα που να τους είναι οικεία. Απεναντίας, αυτά τους φαίνονταν προφανείς αλήθειες και το μόνο που τους εντυπωσίαζε ήταν ότι υπήρχαν άνθρωποι που μπορούσαν να τις εκφράσουν με τις σωστές λέξεις. «Η αλήθεια γαργαλάει του καθενός τα ρουθούνια», λέει ο Σουρόβκοφ, ο άγριος κοζάκος, μόλις ακούει τον Ισαάκ Μπαμπέλ να διαβάζει κάποιο λόγο του Λένιν απ’ την Πράβδα. «Το θέμα είναι πώς να την ξεδιαλέξεις απ’ το σωρό. Τούτος όμως πάει κατευθείαν απάνω της, σαν την κότα που τσιμπάει το σπυρί». Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι προφανείς αλήθειες συνδυάζονται με ανθρώπους της πόλης, μορφωμένους, μικροευγενείς, με την αντίθεση στο Θεό και στον τσάρο, δηλαδή με δυνάμεις συνήθως εχθρικές ή ακατανόητες για τους καθυστερημένους χωρικούς.

Ωστόσο, η σύνδεση μπορεί να γίνει. 0 μεγάλος Πάντσο Βίλλα στρατολογήθηκε από τους ανθρώπους του Μαδέρο στη Μεξι­κάνικη Επανάσταση κι έγινε ένας θαυμάσιος στρατηγός του ε­παναστατικού στρατού. Από όλους τους επαγγελματίες ληστές του δυτικού κόσμου, είναι ίσως εκείνος που είχε την πιο αξιο­πρόσεχτη επαναστατική σταδιοδρομία. Όταν τον επισκέφτη­καν οι απεσταλμένοι του Μαδέρο πείστηκε αμέσως, καθώς μά­λιστα ήταν ο μόνος τοπικός ληστής που εκείνοι ήθελαν να στρα­τολογήσουν στην υπόθεση, παρόλο που δεν είχε δείξει προηγου­μένως κάποιο ενδιαφέρον για την πολιτική. Ο Μαδέρο ήταν άν­θρωπος πλούσιος και μορφωμένος. Αν αυτός ήταν με τη μεριά του λαού, αυτό αποδείκνυε ότι ήταν ανιδιοτελής και η υπόθεση του αγνή. Άνθρωπος του λαού ο ίδιος κι άνθρωπος της τιμής, και καθώς μια τέτοια πρόσκληση τιμούσε την υπόληψή του στο χώρο της ληστείας, πώς μπορούσε να διστάσει να θέσει τους ά­ντρες του και τα όπλα τους στη διάθεση της επανάστασης;

Λιγότερο γνωστοί ληστές μπορεί να προσχώρησαν στην υ­πόθεση της επανάστασης για παρόμοιους λόγους. Όχι επειδή κατανοούσαν τις περιπλοκές της δημοκρατικής, σοσιαλιστικής ή αναρχικής θεωρίας (αν και η τελευταία έχει λίγες περιπλο­κές), αλλά επειδή η υπόθεση του λαού και των φτωχών ήταν αυτονόητα δίκαιη, και οι επαναστάτες αποδείκνυαν την αξιο­πιστία τους με την ανιδιοτέλεια, την αυτοθυσία και την αφοσίωσή τους — με άλλα λόγια με την προσωπική τους συμπερι­φορά. Να γιατί η στρατιωτική θητεία και η φυλακή, οι χώροι ό­που είναι πιο πιθανό να συναντηθούν σε συνθήκες ισότητας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης ληστές και σύγχρονοι επαναστάτες, είδαν πολλές πολιτικές μεταστροφές. Τα χρονικά της σύγχρο­νης σαρδηνικής ληστείας παρουσιάζουν πολλά παραδείγματα.

Και να γιατί εκείνοι που το 1861 έγιναν αρχηγοί των υπέρ των Βουρβώνων συμμοριών ήταν συχνά οι ίδιοι άνθρωποι που είχαν ακολουθήσει το λάβαρο του Γαριβάλδη, που έμοιαζε, μιλούσε και έπραττε σαν «αληθινός απελευθερωτής του λαού»...

Ε.Η

Saturday, June 11, 2011

Les Misérables Hugo

...Valjean manages to escape, only to be recaptured and sentenced to death. This was commuted by the king to penal servitude for life. While being sent to the prison at Toulon, a military port, Valjean saves a sailor about to fall from the ship's rigging. The crowd begins to call "This man must be pardoned!" but when the authorities reject the crowd's pleas, Valjean fakes a slip and falls into the ocean to escape, relying on the belief that he has drowned.

Valjean arrives at Montfermeil on Christmas Eve. He finds Cosette fetching water in the woods alone and walks with her to the inn. After ordering a meal, he observes the Thénardiers’ abusive treatment of her. He also witnesses their pampered daughters Éponine and Azelma treating Cosette badly as well when they tell on her to their mother for holding their abandoned doll. Upon seeing this, Valjean goes out and returns a moment later holding an expensive new doll. He offers it to Cosette. At first, she is unable to comprehend that the doll really is for her, but then happily takes it. This results in Mme. Thénardier becoming furious with Valjean, while Thénardier dismisses it, informing her that he can do as he wishes as long as he pays them. It also causes Éponine and Azelma to become envious of Cosette.

The next morning on Christmas Day, Valjean informs the Thénardiers that he wants to take Cosette with him. Mme. Thénardier immediately accepts, while Thénardier pretends to have love and concern for Cosette and how reluctant he is to give her up. Valjean pays 1,500 francs to them, and he and Cosette leave the inn. However, Thénardier, hoping to swindle more out of Valjean, runs after them, holding the 1,500 francs, and tells Valjean he wants Cosette back. He informs Valjean that he cannot release Cosette without a note from the mother. Valjean hands Thénardier a letter, which is signed by Fantine. Thénardier then orders Valjean to pay a thousand crowns, but Valjean and Cosette leave. Thénardier regrets to himself that he did not bring his gun, and turns back toward home.

Valjean and Cosette flee to Paris. Valjean rents new lodgings at Gorbeau House, and he and Cosette live there happily. However, Javert discovers Valjean's lodgings there a few months later.
Valjean takes Cosette and they try to escape from Javert. They soon successfully find shelter in the Petit-Picpus convent with the help of Fauchelevent, the man whom Valjean rescued and who is a gardener for the convent. Valjean also becomes a gardener and Cosette becomes a student.

Friday, June 10, 2011

RiverSide Museum of Transport

Zaha Hadid Architects announced the completion of the Glasgow Riverside Museum of Transport. The building has received instant praise by architecture critics and the press.

The historical development of the Clyde and the city is a unique legacy; with the site situated where the Kelvin flows into the Clyde the building can flow from the city to the river. In doing so it can symbolise a dynamic relationship where the museum is the voice of both, linking the two sides and allowing the museum to be the transition from one to the other. By doing so the museum places itself in the very context of its origin and encourages connectivity between its exhibits and their wider context.

The building would be a tunnel-like shed, which is open at opposite ends to the city and the Clyde. In doing so it becomes porous to its context on either side. However, the connection from one to the other is where the building diverts to create a journey away from the external context into the world of the exhibits. Here the interior path becomes a mediator between the city and the river which can either be hermetic or porous depending on the exhibition layout. Thus the museum positions itself symbolically and functionally as open and fluid with its engagement of context and content.

e Volo
 

Persian Letters, Persian Manners

INTRODUCTION
1721

I am not about to write a dedication, nor do I solicit protection for this work. It will be read, if it is good; and if it is bad, I am not anxious that it should be read.

I have issued these first letters in order to gauge the public taste; in my portfolio I have a goodly number more which I may hereafter publish.

This, however, depends upon my remaining unknown: let my name once be published and I cease to write. I know a lady who walks well enough, but who limps if she is watched.Surely the blemishes of my book are sufficient to make it needless that I should submit those of my person to the critics. Were I known, it would be said, “His book is at odds with his character; he might have employed his time to better purpose; it is not worthy of a serious man.” Critics are never at a loss for such remarks, because there goes no great expense of brains to the making of them.

The Persians who wrote those letters lodged at my house, and we spent our time together: they looked upon me as a man belonging to another world, and so they concealed nothing from me.  Indeed, people so far from home could hardly be said to have secrets. They showed me most of their letters, and I copied them.  I also intercepted some, mortifying to Persian vanity and jealously, which they had been particularly careful to conceal from me.

I am therefore nothing more than a translator: all my endeavor has been to adapt the work to our taste and manners.  I have relieved the reader as much as possible of Asiatic phraseology, and have spared him an infinitude of sublime expressions which would have driven him wild.

Nor does my service to him end there. I have curtailed those tedious compliments of which the Orientals are lavish as ourselves; and I have omitted a great many trifling matters which barely survive exposure to the light, and ought never to emerge from the obscurity proper to “small beer.”

Had most of those who have given the world collections of letters done likewise, their words would have disappeared in the editing.  One thing has often astonished me, and that is, that these Persians seemed often to have as intimate an acquaintance as I myself with the manners and customs of our nation, an acquaintance extending to the most minute particulars and not un-possessed of many points which have escaped the observation of more than one German traveler in France.  This I attribute to the long stay which they made, without taking it into consideration how much easier it is for an Asiatic to become acquainted with the manners and customs of The French in one year, than it would be for a Frenchman to become acquainted with the manners and customs of the Asiatics in four, the former being as communicative as the latter are reserved.

Use and wont permits every translator, and even the most illiterate commentator, to adorn the beginning of his version, or of his parody, with a panegyric on the original, and to extol its usefulness, its merit, and its excellence.  It should not be very difficult to divine why I have not done so. One very excellent reason may be given: it would simply be adding tediousness to what is in itself necessarily tedious, namely, a preface.

M.