Monday, June 13, 2011

The Art of War


Κάθε πόλεμος βασίζεται στο κατά πόσον ο ένας αντίπαλος καταφέρνει να εξαπατήσει τον άλλον με μεγαλύτερη επιτυχία. Η επίδειξη αδυναμίας είναι συχνά ένα μεγάλο όπλο που τις περισσότερες φορές καταφέρνει να παραπλανήσει τους αντιπάλους και να τους κάνει να αισθανθούν υπεροχή. Όσο περισσότερο προσποιούμαστε αδυναμία και υποχωρητική διάθεση τόσο ο αντίπαλος υπερεκτιμά τις ικανότητες και τις επιτυχίες του. Στην πραγματικότητα όμως σιγά - σιγά αποδυναμώνεται και εξαντλείται με αποτέλεσμα., όταν εμείς αντεπιτεθούμε δεν είναι προετοιμασμένος γι' αυτό ούτε και το αναμένει. Η τακτική της εξαπάτησης του αντιπάλου είναι χρέος του πολεμιστή καθώς στον πόλεμο δεν ισχύει καμιά από τις συμβάσεις της ειρήνης.
Είπαν κάποιες φωνές πως η ειρήνη είναι ένα τέχνασμα της πολεμικής στρατηγικής κι ουσιαστικά δεν υπάρχει. Είπαν άλλες φωνές πάλι ότι αν θέλουμε ειρήνη πρέπει να προετοιμαζόμαστε για τον πόλεμο. Ο καλύτερος τρόπος εδραίωσης της ειρήνης είναι η καλή γνώση των πολεμικών τακτικών, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράξενο. Όσο περισσότερο σεβόμαστε εκείνον που έχουμε απέναντί μας, τόσο πιο προσεκτικά τον αντιμετωπίζουμε. Ο σεβασμός στον αντίπαλο είναι το μυστικό κλειδί που καθορίζει τη στάση μας. Η αλαζονεία, που από τους αρχαίους Έλληνες αποκαλέστηκε «ύβρις», επισύρει αργά ή γρήγορα την καταστροφή του αλαζόνα.

Το έργο του κινέζου Σουν Τζου «Η τέχνη του πολέμου», θεωρητικού της στρατηγικής, έχει διαβαστεί από πάρα πολλές γενιές επίδοξων στρατηγών, σύγχρονων μάνατζερς και προπονητών αθλητικών ομάδων. Πρόκειται για ένα δοκίμιο περί της «τέχνης του πολέμου», που δημιουργήθηκε πριν από 2.500 χρόνια κι όμως παραμένει εξαιρετικά σύγχρονο. Σύμφωνα με τους κινέζους ερευνητές που αποκατέστησαν το έργο του Σουν Τζου, τα κείμενα αυτά βρέθηκαν το 1972 σε τάφους που χρονολογούνται γύρω στο 140 - 118 π. Χ. και ήταν γραμμένα πάνω σε λωρίδες από μπαμπού. Σύμφωνα άλλωστε και με τις πρώτες ανακοινώσεις που πραγματοποιήθηκαν, τα αποσπάσματα που βρέθηκαν δεν ανήκαν σε έναν μόνο συγγραφέα. Αναφορά στο αρχαίο αυτό δοκίμιο έγινε από την ελληνική έκδοση του έργου του B. H. Liddell Hart “Stragedy” (ΓΕΣ 1963). Το έργο της αποκατάστασης και ανασύνθεσης του έργου αυτού φαίνεται πως ολοκληρώθηκε το 1991 σε αγγλική έκδοση, σχολιασμένο από το συγγραφέα James Clavell.

Μας ξαφνιάζει ενίοτε η αναφορά στον πόλεμο, μας προβληματίζει πολύ περισσότερο η αναφορά στην τέχνη που μπορεί να τον διέπει. Έχουμε συχνά συνδεδεμένο στο νου μας τον πόλεμο με τον θάνατο, με την καταστροφή που τον διαδέχεται και με τον ανθρώπινο πόνο, που κάθε πόλεμος προκαλεί. Ο πόλεμος είναι εν γένει μια έννοια συνδεδεμένη με την κατάκτηση, με την καταπάτηση δικαιωμάτων των ανθρώπων. Διαβάζουμε στο κείμενο του Σουν Τζου: «Σε όλη την ιστορία δεν υπάρχει περίπτωση μιας χώρας που να ωφελήθηκε από έναν παρατεταμένο πόλεμο». Και πιο κάτω: «Μόνο κάποιος που γνωρίζει τα καταστροφικά αποτελέσματα ενός μακροχρόνιου πολέμου, μπορεί να κατανοήσει τη μεγάλη σπουδαιότητα της γρήγορης λήξης του.»
ΣΟΥΝ ΤΖΟΥ
Η Τέχνη του Πολέμου

Sunday, June 12, 2011

Australia in Literature's Hand

The National Library of Australia is the country's largest reference library. Our role is to ensure that documentary resources of national significance relating to Australia and the Australian people, as well as significant non-Australian library materials, are collected, preserved and made accessible either through the Library itself or through collaborative arrangements with other libraries and information providers.

By offering a strong national focus in all that we do and cooperating with others who share our goals, the Library contributes to the continuing vitality of Australia’s culture and heritage.
http://www.nla.gov.au/
.

Ληστές σε παράφραση...


Ο Ντικ Τάρπιν, "κρυμμένος σε μια σπηλιά στο δάσος του Έπινγκ". Γκραβούρα του J. Smith.

Η μελέτη Bandits του Έρικ Χομπσμπάουμ, που εκδόθηκε το 1969, αποτέλεσε ένα βιβλίο-σταθμό.

Μέσα από τις σελίδες τους μια μεγάλη γκάμα κοινωνικών ληστών και των εξεγερμένων παράνομων προβάλλει ορμητικά στο προσκήνιο της ιστορικής μελέτης (από τους βαλκάνιους χαϊδούκους και τους ινδούς δακοΐτες μέχρι τους μπαντίτι του ιταλικού Νότου, τους μπαντολέρος της Ανδαλουσίας, τους ρώσους ρασμπόινικι, τους συμμορίτες της Κίνας, τους μεξικανούς και τους περουβιανούς παράνομους, τους ληστές των ταξιδιωτών στην Ευρώπη και τους ντεσπεράντος της Άγριας Δύσης, τους αυστραλούς μπουσρέιντζερς, τους βραζιλιάνους κανγκασέιρος και τους απαλλοτριωτές τραπεζών), εγκαινιάζοντας ένα νέο ρεύμα στις ιστορικές σπουδές. Το 2000 κυκλοφορεί η τέταρτη, αναθεωρημένη και επαυξημένη έκδοση του έργου, όπου ο συγγραφέας έχει λάβει υπόψη του τις νεότερες έρευνες αλλά και τις κριτικές που δέχτηκε.

Η νέα αυτή έκδοση κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Αναδημοσιεύουμε σήμερα ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το όγδοο κεφάλαιο του κλασικού αυτού έργου, από τα “Ενθέματα”.

O ληστής πρέπει να διαλέξει αν θα γίνει κακοποιός ή επαναστάτης. Η κοινωνική ληστεία από τη φύση της αμφισβητεί, σε επίπεδο αρχής, την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων της ταξικής κοινωνίας και την πολιτική της λειτουργία, όποιοι και να ‘ναι οι συμβιβασμοί της με αυτά στην πράξη. Στο βαθμό που αποτελεί φαινόμενο κοινωνικής διαμαρτυρίας, μπορεί να θεωρηθεί προάγγελος ή εν δυνάμει υποκινητής της εξέγερσης.

Ως προς αυτό διαφέρει ριζικά από το συνηθισμένο υπόκοσμο του εγκλήματος, απέναντι στον οποίο είχαμε ήδη κάποιες ευκαιρίες να τον αντιπαραβάλλουμε. Ο υπόκοσμος (όπως υποδηλώνει και η ονομασία του) είναι μια αντι-κοινωνία, που υφίσταται αντιστρέφοντας τις αξίες του «φυσιολογικού» κόσμου, κατά τα άλλα όμως παρασιτεί σε βάρος του. Ένας επαναστατικός κόσμος είναι κι αυτός «φυσιολογικός» κόσμος, με εξαίρεση ίσως κάποιες ιδιαίτερα αποκαλυψιακές στιγμές, οπότε ακόμα και οι αντικοινωνικοί κακοποιοί παρουσιάζουν παροξυσμό πατριωτισμού ή επαναστατική έξαψη. Επομένως, για τον αληθινό υπόκοσμο, οι επαναστάσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά ασυνήθιστα καλές ευκαιρίες για εγκλήματα. Δεν υπάρχουν εν­δείξεις ότι ο ιδιαίτερα πλούσιος υπόκοσμος του Παρισιού προ­μήθευσε αγωνιστές ή οπαδούς στις γαλλικές επαναστάσεις του 18ου και του 19ου αιώνα, μολονότι το 1871 οι πόρνες ήταν σα­φώς υπέρ της Κομμούνας: αλλά, ως τάξη, ήταν μάλλον θύματα εκμετάλλευσης παρά εγκληματίες. Οι εγκληματικές συμμορίες που μάστιζαν την ύπαιθρο της Γαλλίας και της Ρηνανίας μετά το 1790 δεν ήταν επαναστατικά φαινόμενα αλλά συμπτώματα κοινωνικής αταξίας. Ο υπόκοσμος μπαίνει στην ιστορία των ε­παναστάσεων μόνο στο βαθμό που οι classes dangereuses ζουν πλάι στις classes laborieuses, ιδιαίτερα σε μερικές συνοικίες της πόλης, και επειδή οι αρχές αντιμετωπίζουν τους εξεγερμένους ως εγκληματίες και παράνομους — σε επίπεδο αρχής, όμως, η διάκριση είναι ξεκάθαρη.

Οι ληστές, από την άλλη, μοιράζονται τις αξίες και τις επι­διώξεις του αγροτικού κόσμου και, σαν παράνομοι και στασια­στές, είναι συνήθως ευαίσθητοι στα επαναστατικά του ξεσπά­σματα. Ως άνθρωποι που έχουν ήδη κερδίσει την ελευθερία τους μπορεί να περιφρονούν συνήθως την αδρανή και παθητική μά­ζα, ακριβώς όμως σε στιγμές επανάστασης αυτή η παθητικότη­τα εξαφανίζεται. Πολυάριθμοι χωρικοί γίνονται, ληστές. Στους ουκρανικούς ξεσηκωμούς του 16ου και 17ου αιώνα, οι αγρότες δήλωναν κοζάκοι. Το 1860-1861 οι αγροτικές αντάρτικες μονά­δες συγκροτήθηκαν γύρω από ληστρικές συμμορίες, και με α­νάλογο τρόπο: οι τοπικοί αρχηγοί συμμοριών τράβηξαν κοντά τους, μαζικά, αποστρατευμένους στρατιώτες των Βουρβώνων, λιποτάχτες, όσους ήθελαν ν’ αποφύγουν τη στρατιωτική θητεία, δραπέτες φυλακών, ανθρώπους που φοβούνταν διώξεις για πράξεις κοινωνικής διαμαρτυρίας κατά τη γαριβαλδινή απε­λευθέρωση, χωρικούς και ορεσίβιους που γύρευαν ελευθερία, εκδίκηση, λάφυρα, ή έναν συνδυασμό όλων αυτών. Όπως η συ­νηθισμένη παράνομη συμμορία, οι μονάδες αυτές προσπάθησαν αρχικά να συγκροτηθούν στα περίχωρα των οικισμών απ’ όπου αντλούσαν τα μέλη τους, να εγκαταστήσουν μια βάση στα κοντινά βουνά ή δάση, και ξεκίνησαν τη δράση τους με ενέργειες που δύσκολα ξεχώριζαν από τις πράξεις των κοινών ληστών. Μόνο που το κοινωνικό πλαίσιο ήταν τώρα διαφορετικό. Στη μειοψηφία των ανυπόταχτων είχε προσχωρήσει τώρα και η πλειοψηφία. Κοντολογίς, για να παραθέσουμε έναν ολλανδό μελετητή της Ινδονησίας, σε τέτοιες στιγμές «η ληστρική συμμορία συσχετίζεται με άλλες ομάδες και εκδηλώνεται με αυτό το προσωπείο, ενώ ομάδες που ξεκίνησαν με πιο έντιμα ιδανικά παίρνουν ληστρικό χαρακτήρα». [...]

Είναι ασυνήθιστο να γίνει η ληστεία επαναστατι­κό κίνημα και να κυριαρχήσει σε αυτό. Όπως έχουμε δει, υπάρχουν τέτοιοι περιορισμοί, και τεχνικοί και ιδεολογικοί, που την κάνουν ακατάλληλη για κάτι παραπάνω από πρόσκαιρες ενέργειες λίγων δεκάδων ενόπλων, και η εσωτερική της οργάνωση δεν προσφέρει κανένα πρότυπο που να μπορεί να γενικευτεί σε ολόκληρη την κοινωνία. Ακόμα και οι κοζάκοι, που ανέπτυξαν αρκετά μεγάλες και δομημένες μόνιμες κοινό­τητες, και πολύ σημαντικές κινητοποιήσεις για τις εκστρατείες τους, πρόσφεραν μόνο ηγέτες και όχι μοντέλα στις μεγάλες α­γροτικές εξεγέρσεις: τις καθοδήγησαν σαν «τσάροι του λαού», όχι σαν αταμάνοι. Η ληστεία είναι λοιπόν πιθανότερο να προ­σχωρήσει σε αγροτικές επαναστάσεις απλώς σαν μια όψη μιας πολύμορφης κινητοποίησης, και έχοντας συνείδηση ότι αποτε­λεί υποδεέστερη μορφή, με εξαίρεση ένα σημείο: προμηθεύει πολεμιστές και πολέμαρχους. Πριν την επανάσταση μπορεί να είναι, για να παραθέσω τα λόγια ενός άξιου ιστορικού της α­γροτικής αναταραχής στην Ινδονησία, «ένα χωνευτήρι απ’ όπου αναδύονται η θρησκευτική αναβίωση από τη μία και η εξέγερση από την άλλη». Όταν ξεσπάει η επανάσταση, οι ληστές μπορεί να σμίξουν με το γενικό χιλιαστικό ξεσηκωμό: «Οι ομάδες των Rampok ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια, και γρήγορα τις ακο­λουθούσαν περιπλανώμενες ομάδες του πληθυσμού, κυριευμέ­νες από την προσδοκία ενός Μαχντί ή της χιλιετίας». (Πρόκει­ται για περιγραφή του γιαβανέζικου κινήματος μετά την ήττα των Γιαπωνέζων στα 1945). Ωστόσο, χωρίς τον αναμενόμενο Μεσσία, το χαρισματικό ηγέτη ή το «δίκαιο βασιλιά» (ή οποι­ονδήποτε που να διεκδικεί το στέμμα του), ή -για να παραμεί­νουμε στο ινδονησιακό παράδειγμα- τους εθνικιστές διανοού­μενους πίσω από τον Σουκάρνο, που προσκολλήθηκαν σ’ αυτό το κίνημα, τέτοια φαινόμενα είναι πιθανότερο να υποχωρήσουν αφήνοντας πίσω τους, το πολύ, κάποιες ενέργειες οπισθοφυλα­κής από ξεκομμένους αντάρτες.

Οι ληστές δυσκολεύονται περισσότερο να αφομοιωθούν σε σύγχρονα κινήματα κοινωνικής και πολιτικής επανάστασης που δε στρέφονται, κατά κύριο λόγο, ενάντια σε ξένους. Όχι πάντως επειδή έχουν μεγαλύτερη δυσκολία να κατανοήσουν, τουλάχιστον καταρχήν, τα συνθήματα για ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, για γη και ελευθερία, για δημοκρατία και κομμουνισμό, αν αυτά διατυπωθούν σε γλώσσα που να τους είναι οικεία. Απεναντίας, αυτά τους φαίνονταν προφανείς αλήθειες και το μόνο που τους εντυπωσίαζε ήταν ότι υπήρχαν άνθρωποι που μπορούσαν να τις εκφράσουν με τις σωστές λέξεις. «Η αλήθεια γαργαλάει του καθενός τα ρουθούνια», λέει ο Σουρόβκοφ, ο άγριος κοζάκος, μόλις ακούει τον Ισαάκ Μπαμπέλ να διαβάζει κάποιο λόγο του Λένιν απ’ την Πράβδα. «Το θέμα είναι πώς να την ξεδιαλέξεις απ’ το σωρό. Τούτος όμως πάει κατευθείαν απάνω της, σαν την κότα που τσιμπάει το σπυρί». Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι προφανείς αλήθειες συνδυάζονται με ανθρώπους της πόλης, μορφωμένους, μικροευγενείς, με την αντίθεση στο Θεό και στον τσάρο, δηλαδή με δυνάμεις συνήθως εχθρικές ή ακατανόητες για τους καθυστερημένους χωρικούς.

Ωστόσο, η σύνδεση μπορεί να γίνει. 0 μεγάλος Πάντσο Βίλλα στρατολογήθηκε από τους ανθρώπους του Μαδέρο στη Μεξι­κάνικη Επανάσταση κι έγινε ένας θαυμάσιος στρατηγός του ε­παναστατικού στρατού. Από όλους τους επαγγελματίες ληστές του δυτικού κόσμου, είναι ίσως εκείνος που είχε την πιο αξιο­πρόσεχτη επαναστατική σταδιοδρομία. Όταν τον επισκέφτη­καν οι απεσταλμένοι του Μαδέρο πείστηκε αμέσως, καθώς μά­λιστα ήταν ο μόνος τοπικός ληστής που εκείνοι ήθελαν να στρα­τολογήσουν στην υπόθεση, παρόλο που δεν είχε δείξει προηγου­μένως κάποιο ενδιαφέρον για την πολιτική. Ο Μαδέρο ήταν άν­θρωπος πλούσιος και μορφωμένος. Αν αυτός ήταν με τη μεριά του λαού, αυτό αποδείκνυε ότι ήταν ανιδιοτελής και η υπόθεση του αγνή. Άνθρωπος του λαού ο ίδιος κι άνθρωπος της τιμής, και καθώς μια τέτοια πρόσκληση τιμούσε την υπόληψή του στο χώρο της ληστείας, πώς μπορούσε να διστάσει να θέσει τους ά­ντρες του και τα όπλα τους στη διάθεση της επανάστασης;

Λιγότερο γνωστοί ληστές μπορεί να προσχώρησαν στην υ­πόθεση της επανάστασης για παρόμοιους λόγους. Όχι επειδή κατανοούσαν τις περιπλοκές της δημοκρατικής, σοσιαλιστικής ή αναρχικής θεωρίας (αν και η τελευταία έχει λίγες περιπλο­κές), αλλά επειδή η υπόθεση του λαού και των φτωχών ήταν αυτονόητα δίκαιη, και οι επαναστάτες αποδείκνυαν την αξιο­πιστία τους με την ανιδιοτέλεια, την αυτοθυσία και την αφοσίωσή τους — με άλλα λόγια με την προσωπική τους συμπερι­φορά. Να γιατί η στρατιωτική θητεία και η φυλακή, οι χώροι ό­που είναι πιο πιθανό να συναντηθούν σε συνθήκες ισότητας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης ληστές και σύγχρονοι επαναστάτες, είδαν πολλές πολιτικές μεταστροφές. Τα χρονικά της σύγχρο­νης σαρδηνικής ληστείας παρουσιάζουν πολλά παραδείγματα.

Και να γιατί εκείνοι που το 1861 έγιναν αρχηγοί των υπέρ των Βουρβώνων συμμοριών ήταν συχνά οι ίδιοι άνθρωποι που είχαν ακολουθήσει το λάβαρο του Γαριβάλδη, που έμοιαζε, μιλούσε και έπραττε σαν «αληθινός απελευθερωτής του λαού»...

Ε.Η

Saturday, June 11, 2011

Les Misérables Hugo

...Valjean manages to escape, only to be recaptured and sentenced to death. This was commuted by the king to penal servitude for life. While being sent to the prison at Toulon, a military port, Valjean saves a sailor about to fall from the ship's rigging. The crowd begins to call "This man must be pardoned!" but when the authorities reject the crowd's pleas, Valjean fakes a slip and falls into the ocean to escape, relying on the belief that he has drowned.

Valjean arrives at Montfermeil on Christmas Eve. He finds Cosette fetching water in the woods alone and walks with her to the inn. After ordering a meal, he observes the Thénardiers’ abusive treatment of her. He also witnesses their pampered daughters Éponine and Azelma treating Cosette badly as well when they tell on her to their mother for holding their abandoned doll. Upon seeing this, Valjean goes out and returns a moment later holding an expensive new doll. He offers it to Cosette. At first, she is unable to comprehend that the doll really is for her, but then happily takes it. This results in Mme. Thénardier becoming furious with Valjean, while Thénardier dismisses it, informing her that he can do as he wishes as long as he pays them. It also causes Éponine and Azelma to become envious of Cosette.

The next morning on Christmas Day, Valjean informs the Thénardiers that he wants to take Cosette with him. Mme. Thénardier immediately accepts, while Thénardier pretends to have love and concern for Cosette and how reluctant he is to give her up. Valjean pays 1,500 francs to them, and he and Cosette leave the inn. However, Thénardier, hoping to swindle more out of Valjean, runs after them, holding the 1,500 francs, and tells Valjean he wants Cosette back. He informs Valjean that he cannot release Cosette without a note from the mother. Valjean hands Thénardier a letter, which is signed by Fantine. Thénardier then orders Valjean to pay a thousand crowns, but Valjean and Cosette leave. Thénardier regrets to himself that he did not bring his gun, and turns back toward home.

Valjean and Cosette flee to Paris. Valjean rents new lodgings at Gorbeau House, and he and Cosette live there happily. However, Javert discovers Valjean's lodgings there a few months later.
Valjean takes Cosette and they try to escape from Javert. They soon successfully find shelter in the Petit-Picpus convent with the help of Fauchelevent, the man whom Valjean rescued and who is a gardener for the convent. Valjean also becomes a gardener and Cosette becomes a student.

Friday, June 10, 2011

RiverSide Museum of Transport

Zaha Hadid Architects announced the completion of the Glasgow Riverside Museum of Transport. The building has received instant praise by architecture critics and the press.

The historical development of the Clyde and the city is a unique legacy; with the site situated where the Kelvin flows into the Clyde the building can flow from the city to the river. In doing so it can symbolise a dynamic relationship where the museum is the voice of both, linking the two sides and allowing the museum to be the transition from one to the other. By doing so the museum places itself in the very context of its origin and encourages connectivity between its exhibits and their wider context.

The building would be a tunnel-like shed, which is open at opposite ends to the city and the Clyde. In doing so it becomes porous to its context on either side. However, the connection from one to the other is where the building diverts to create a journey away from the external context into the world of the exhibits. Here the interior path becomes a mediator between the city and the river which can either be hermetic or porous depending on the exhibition layout. Thus the museum positions itself symbolically and functionally as open and fluid with its engagement of context and content.

e Volo
 

Persian Letters, Persian Manners

INTRODUCTION
1721

I am not about to write a dedication, nor do I solicit protection for this work. It will be read, if it is good; and if it is bad, I am not anxious that it should be read.

I have issued these first letters in order to gauge the public taste; in my portfolio I have a goodly number more which I may hereafter publish.

This, however, depends upon my remaining unknown: let my name once be published and I cease to write. I know a lady who walks well enough, but who limps if she is watched.Surely the blemishes of my book are sufficient to make it needless that I should submit those of my person to the critics. Were I known, it would be said, “His book is at odds with his character; he might have employed his time to better purpose; it is not worthy of a serious man.” Critics are never at a loss for such remarks, because there goes no great expense of brains to the making of them.

The Persians who wrote those letters lodged at my house, and we spent our time together: they looked upon me as a man belonging to another world, and so they concealed nothing from me.  Indeed, people so far from home could hardly be said to have secrets. They showed me most of their letters, and I copied them.  I also intercepted some, mortifying to Persian vanity and jealously, which they had been particularly careful to conceal from me.

I am therefore nothing more than a translator: all my endeavor has been to adapt the work to our taste and manners.  I have relieved the reader as much as possible of Asiatic phraseology, and have spared him an infinitude of sublime expressions which would have driven him wild.

Nor does my service to him end there. I have curtailed those tedious compliments of which the Orientals are lavish as ourselves; and I have omitted a great many trifling matters which barely survive exposure to the light, and ought never to emerge from the obscurity proper to “small beer.”

Had most of those who have given the world collections of letters done likewise, their words would have disappeared in the editing.  One thing has often astonished me, and that is, that these Persians seemed often to have as intimate an acquaintance as I myself with the manners and customs of our nation, an acquaintance extending to the most minute particulars and not un-possessed of many points which have escaped the observation of more than one German traveler in France.  This I attribute to the long stay which they made, without taking it into consideration how much easier it is for an Asiatic to become acquainted with the manners and customs of The French in one year, than it would be for a Frenchman to become acquainted with the manners and customs of the Asiatics in four, the former being as communicative as the latter are reserved.

Use and wont permits every translator, and even the most illiterate commentator, to adorn the beginning of his version, or of his parody, with a panegyric on the original, and to extol its usefulness, its merit, and its excellence.  It should not be very difficult to divine why I have not done so. One very excellent reason may be given: it would simply be adding tediousness to what is in itself necessarily tedious, namely, a preface.

M.

Thursday, June 9, 2011

Με τη ματιά της Θεολογικής του Πρέσοβ...

Συνέδριο με θέμα "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ" θα οργανώσει η Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Πρέσοβ στη Σλοβακία, από 26 μέχρι 30 Ιουνίου 2011.

Τα θέματα του συνεδρίου είναι:

•Ο καθορισμός μεθόδων στη διδασκαλία Ελληνικής Γλώσσας ως δεύτερης (ξένης) γλώσσας
•Η λειτουργία των Εδρών Νεοελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού και των Κέντρων Ελληνικών Σπουδών (εκτός Ελλάδας) και τα Προγράμματα Ελληνικών Σπουδών (προοπτικές – προτάσεις)
•Το Βυζάντιο και οι Σλάβοι, αφετηρία ελληνοσλοβακικής προσέγγισης
•Η Ελληνική Γλώσσα στην Αγία Γραφή και στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας

http://www.eens.org/?page_id=68&event_id=18

Prešov has a long-established tradition of education and academic excellence.The University of Prešov has been a stabile constituent of the Slovak higher education space for a longer period of time. Some of its faculties have been here for more than a half of a century, other for several decades and in case of the younger ones – just several years. A wide time horizon of its presence at the Slovak intellectual scene has been a proof of a deep necessity to take care of education and the intellectual cultivation of young people generations who present not only the strength of traditions and beliefs of our ancestors but also a hope facing the future. From its very beginnings, the University of Prešov has provided the highest standards of academic education to both Slovak and foreign students across a wide range of studies in the fields of humanities, natural, theological, and managerial sciences, health and sports.

Street address: Námestie legionárov 3, 080 01 Prešov, Slovakia
Telephone: 421 (0) 51 756 3110
Fax: 421 (0) 51 756 3147
E-mail: zelink@unipo.sk
Website: http:/­/­www.unipo.sk
Proprietor: Ministry of Education, Science, Research and Sport of the Slovak Republic - Directorate General of Higher Education
Contact: Professor Dr René Matlovič Rector
Telephone: 421 (0) 51 773 2054
 

1802, René

René, a desperately unhappy young Frenchman, seeks refuge among the Natchez people of Louisiana. It is a long time before he is persuaded to reveal the cause of his melancholy. He tells of his lonely childhood in his father's castle in Brittany. His mother died giving birth to him and since his father is a remote, forbidding figure, René takes refuge in an intense friendship with his sister Amélie and in long, solitary walks in the countryside around the castle.

When René's father dies and his brother inherits the family home, he decides to travel. He visits the ruins of ancient Greece and Rome which inspire him with melancholy reflections. He travels to Scotland to view the places mentioned by the bard Ossian and to the famous sights of Italy. Nothing satisfies him: "The ancient world had no certainty, the modern world had no beauty." He returns to France and finds society corrupt and irreligious. His sister Amélie inexplicably seems to avoid him too. As René explains:

"I soon found myself more isolated in my own land, than I had been in a foreign country. For a while I wanted to fling myself into a world which said nothing to me and which did not understand me. My soul, not yet worn out by any passion, sought an object to which it might be attached; but I realised I was giving more than I received. It was not elevated language or deep feelings that were asked of me. My only task was to shrink my soul and bring it down to society's level."

Disgusted, René withdraws from society and lives in an obscure part of the city. But this reclusive life soon bores him too. He decides to move to the countryside but he finds no happiness there: "Alas, I was alone, alone on the earth. A secret languor was taking hold of my body. The disgust for life I had felt since childhood came back with renewed force. Soon my heart no longer provided food for my mind, and the only thing I felt in my existence was a deep ennui."

René decides to kill himself, but when his sister learns of his plan, the two are joyfully reunited. But there is no happy ending. Amélie seems to be pining for something. One day, René finds she has gone, leaving a letter saying she wants to become a nun but giving no explanation why. René goes to witness her initiation ceremony where she reveals she has joined the convent because she wants to overcome her incestuous love for him. Devastated by this confession, René decides to leave Europe forever and travel to America. After spending some time with the Indians, he receives a letter announcing his sister's death. The novella concludes by revealing shortly after René told his tale, he was killed in a battle between the Natchez and the French.

in Chateaubriand's Mind

Μαγγελιανά Σύννεφα Λεκτικής Ενέργειας

Το 1935, κυκλοφόρησε στην Αργεντινή το βιβλίο που θα αποδεικνυόταν το δημοφιλέστερο απ' όλα όσα είχε ή έμελλε να εκδώσει ως το θάνατό του ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες: η "Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας" ("Historia universal de la infamia"), βασικός κορμός της οποίας ήταν επτά κείμενα, δημοσιευμένα στην εφημερίδα "Critica" μεταξύ 1933 και 1934, τα οποία πραγματεύονταν τον βίο και την πολιτεία επτά διαβόητων κακούργων της Ιστορίας.

Το 2004, ο Ουαλός συγγραφέας Ρις Χιουζ, αποφάσισε να... συμπληρώσει την πινακοθήκη του Μπόρχες, εν είδει κινηματογραφικού sequel, με άλλα επτά κακόφημα πορτρέτα και να τα εκδώσει υπό τον τίτλο "Νέα παγκόσμια ιστορία της ατιμίας" ("A New Universal History of Infamy"), συμπληρώνοντάς τα, κατά το καθαγιασμένο πρότυπο, με διηγήματα, παραβολές και παρωδίες με τον τρόπο του Μπόρχες.

Οικουμενική συνταγή για την Ιστορία τα Μαθηματικά και τη Λογική στην απύθμενη χύτρα του μεταμοντέρνου.

"Ο Χιουζ δίνει την εντύπωση πως είναι ευεπίφορος στη μετάλλαξη του έργου του, αφού κάτι ανάλογο έχει γίνει με την πορτογαλική μετάφραση-έκδοση δύο έργων του. Ισως αυτό να αποτελεί μέρος του παιχνιδιού του με τη λογοτεχνία, αλλά μάλλον αποκαλύπτει μια επιλογή θεωρητικής τάξεως: τη διαδικασία της συγκρότησης μιας μυθοπλασίας στη βάση ενός προϋπάρχοντος αφηγηματικού δεδομένου δεν την περιορίζει στο πλαίσιο των διακειμενικών σχέσεων ανάμεσα σε έργα που έχουν γραφεί από διαφορετικούς συγγραφείς, αλλά την επεκτείνει και σε ένα πλαίσιο σχέσεων που το έργο αναπτύσσει με αυτό το ίδιο - είτε μέσω της μετάφρασής του σε μια γλώσσα που αντιπροσωπεύει μια διαφορετική κουλτούρα από εκείνη του πρωτοτύπου είτε και μέσω μιας πιθανής επανέκδοσής του", enet.gr


ΝΕΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΤΙΜΙΑΣ
Κύριος Συγγραφέας: ΧΙΟΥΖ ΡΙΣ- HUGHES RHYS Εκδοτικός Οίκος: ΠΟΛΙΣ
Έτος έκδοσης: 2007

Wednesday, June 8, 2011

O' Keeffe in a Painting

Georgia Totto O'Keeffe was born in Sun Prairie, Wisconsin on November 15, 1887, the second child and first daughter in a family that would eventually include two sons and five daughters.  Her parents were dairy farmers, but Georgia knew she was going to be an artist from early on.

Georgia graduated in 1905, and  continued her art studies at the School of the Art Institute of Chicago where she received top honors for her first year, but could not return for the second year, due to a serious bout with typhoid fever.  It wasn't until September 1907, that she was able to resume her studies, this time choosing New York's Art Student League, where she earned a scholarship for still life in the class of  William Merritt Chase.  During her time at the Art Student League, Georgia posed for classmate Eugene Speicher, who told her she might as well pose for him, as she would no doubt amount to nothing more than a teaching job at a girl's school. Despite the insulting remark, Georgia did pose for the portrait, and for many others by fellow students afterwards.  In the summer of 1908, on her  scholarship, she attended the Art Student League’s Outdoor School at Lake George, New York.

Georgia didn't return to the Art Student League in the fall.  She moved in with her aunt and uncle in Chicago, finding work as a commercial artist.  In 1912, Georgia was struck with Measles, and returns to Virginia to be with her family.  She later took a teaching job, replacing  Elizabeth Willis at the Chatham Episcopal Institute. The following summer, she resumed her studies, this time taking drawing classes at the University of Virginia, in Charlottesville.  That same year, Georgia heard of an available teaching position as drawing supervisor, in Amarillo, Texas, so she applied and was hired for the fall semester. 

She stayed in Texas until 1914, making frequent trips to Charlottesville to spend time with her family, and to continue teaching summer classes at the University of Virginia.  She later enrolled at Teachers College, Columbia University, where she stayed until she was offered a teaching position at Columbia College in South Carolina. She sends the drawings to a friend, Anita Pollitzer, who in turn takes them to Alfred Stieglitz's 291 gallery in Chicago.  Stieglitz is very impressed, and he decided to show the drawings without first consulting Georgia, which somewhat angered her, so she traveled to New York to have him take down the artwork, but following a brief confrontation, she agreed to let Stieglitz show her work, and thus began a relationship that was to result in her marrying the art curator and photographer.

Alfred Stieglitz was an important figure in the art world, He had studied engineering and photography in Berlin before returning to the U.S. to open the 291 gallery in 1902.  He is credited has having introduced America to the works of Rodin, Matisse, and Picasso.  For years, he fought to gain the acceptance of photography as an art form, publishing  "Camera Works" magazine.  It wasn't until 1917 that Stieglitz put on a solo showing of  Georgia O'Keeffe's watercolors at his 291 gallery, shortly afterwards, 291 closed, but Stieglitz was nonetheless satisfied.  In April, on her way back to Texas from a vacation in Colorado, she stopped by Santa Fe and found great inspiration in New Mexico’s vast skies and alien landscapes.

Stieglitz loved Georgia O'Keeffe, and had admiration for her talent. He more or less became her agent, selling her works to collectors at high prices, earning her the respect she deserved as a gifted artist.  Everybody wanted an O'Keeffe...  In 1923, Stieglitz held a major exhibit of Georgia O'Keeffe's work at the Anderson Galleries, over 100 paintings in various mediums were shown, in what was to be the first of many annual showings of her work.... She referred to landscape as "the faraway", and would travel its dusty roads in a Model A Ford, with the back seat removed so she could stop and set up her canvas to paint.